Τσαρλς Κάλεν: Ο serial killer που σκότωνε τους ασθενείς του… χωρίς να τους αγγίξει

Ο «Άγγελος του θανάτου» εκτιμάται ότι σκότωσε 400 ανθρώπους – Η νοσοκόμα που τον ανακάλυψε και η νέα ταινία «The Good Nurse» που παρουσιάζει τη φρικιαστική ιστορία

To Netflix με τη νέα ταινία «The Good Nurse», ξετυλίγει τη φρικιαστική ιστορία του Τσαρλς Κάλεν, ενός νοσηλευτή που φέρεται ότι σκότωσε περισσότερους από 400 ασθενείς του, από το 1988 έως και το 2003.

Γνωστός με το ψευδώνυμο «Άγγελος του Θανάτου», ο Κάλεν περνούσε για 16 σχεδόν χρόνια, απαρατήρητος από τα νοσοκομεία και τους οίκους ευγηρίας της Πενσυλβανία και του Νιου Τζέρσεϊ, που εργαζόταν και ενώ είχε κινήσει κάποιες υποψίες, κανένας από τους συναδέλφους ή τους εργοδότες του, δεν σταμάτησε τη φονική δράση του.

Ο νοσοκόμος της φρίκης με το ευγενικό χαμόγελο και το διακριτικό παρουσιαστικό, έκοβε το νήμα της ζωής των θυμάτων του, χωρίς καν να τους ακουμπήσει, αλλά βάζοντας ινσουλίνη στον ορό τους, σε μοιραία για τον οργανισμό επίπεδα. Συχνά χρησιμοποιούσε και διγοξίνη, ένα ισχυρό φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία καρδιακών παθήσεων.

Αν και υπολογίζεται πως θανάτωσε εκατοντάδες ασθενείς σε διάφορα νοσοκομεία της χώρας, ο ίδιος ομολόγησε περίπου 40 από τα εγκλήματά του και η ιστορία του, τον κατέταξε σε έναν από τους πιο «παραγωγικούς» serial killer της Αμερικής.

Η δράση του αδίστακτου δολοφόνου, ήρθε στο φως με τη συνδρομή της συναδέλφου του, Έιμι Λόγκρεν, και η σχέση των δύο νοσοκόμων, παρουσιάζεται στη νέα ταινία του Netflix, σε σκηνοθεσία του Τομπίας Λίντχολμ και με πρωταγωνιστές τους βραβευμένους με Όσκαρ Τζέσικα Τσάστεϊν και Έντι Ρέντμέϊν. Το φιλμ που έχει κερδίζει συνεχώς υψηλά νούμερα τηλεθέασης στη streaming υπηρεσία, έρχεται για να αποκαλύψει τα άγνωστα κίνητρα του Τσαρλς Κάλεν και να αποτελέσει ένα κατηγορητήριο, για το αμερικανικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, που έκανε τα στραβά μάτια, ακόμα και όταν ορθώνονταν «κόκκινες σημαίες».

Ποιος ήταν ο Τσαρλς Κάλεν
Ο Τσαρλς Κάλεν γεννήθηκε το 1960 και βίωσε μια τραγική παιδική ηλικία. Ο πατέρας του, ο οποίος ήταν οδηγός λεωφορείων, πέθανε πριν ο Κάλεν γίνει ενός έτους και η μητέρα του, μεγάλωσε μόνη της, τα οκτώ παιδιά της.

Οι συμμαθητές και οι φίλοι των αδερφών του, τον κορόιδευαν. Όπως περιγράφεται στα ξένα μέσα ενημέρωσης, η ζωή του υπήρξε «μίζερη» και στην ηλικία των εννέα ετών, έκανε την πρώτη του απόπειρα αυτοκτονίας.

Όταν ήταν 17 ετών, η μητέρα του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και εκείνος θύμωσε με το νοσοκομείο, που δεν επικοινώνησε αμέσως μαζί του, ενώ αποτέφρωσε το σώμα της, χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειας.

Τον καιρό εκείνο, ο νεαρός, που λίγα χρόνια αργότερα θα αποκτούσε το παρατσούκλι «Άγγελος του θανάτου», παράτησε το σχολείο και εντάχθηκε στο Ναυτικό των ΗΠΑ. Παρόλο που πέρασε τα ψυχολογικά τεστ και την εισαγωγική εκπαίδευση, μετά από λίγους μήνες τιμωρήθηκε, όταν ο επικεφαλής υπαξιωματικός, τον εντόπισε να φοράει χειρουργική μάσκα, γάντια και στολή χειρουργείου, αντί της στρατιωτικής στολής του. Μετά την επανατοποθέτησή του, ο Κάλεν προσπάθησε να αυτοκτονήσει ξανά και κρατήθηκε πολλές φορές στην ψυχιατρική πτέρυγα του Πολεμικού Ναυτικού, μέχρι που πήρε εξιτήριο το 1984.

Μετά την εγκατάλειψη του στρατού, αποφάσισε να σπουδάσει νοσηλευτική και ως φοιτητής, ψηφίστηκε και πρόεδρος τάξης. Για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του, εργάστηκε σε μια σειρά από franchise εστιατορίων όπου γνώρισε την Αντριάν Μπάουμ, την οποία και παντρεύτηκε το 1987, τη χρονιά της αποφοίτησής του. Το ζευγάρι απέκτησε δύο κόρες. Τα προβλήματα όμως και το άδοξο τέλος ενός φαινομενικά ευτυχισμένου γάμου, δεν άργησαν να φανούν. Η σύζυγός του, υπέβαλε αίτηση διαζυγίου και τον κατηγόρησε για ενδοοικογενειακή βία.

Οι γείτονες σε συνεντεύξεις τους στους New York Times, τον έχουν περιγράψει είτε ως μοναχικό, είτε ως έναν άνθρωπο που εκδηλώνει περίεργη συμπεριφορά: «Στη μέση της νύχτας, ήταν εκεί έξω κυνηγώντας τις γάτες, φώναζε σε αυτές και μιλούσε στον εαυτό του» είπε ένας μάρτυρας, ενώ ένας άλλος τόνισε: «Ο Κάλεν έκανε περίεργες γκριμάτσες, σαν να ήταν θυμωμένος, όταν νόμιζε ότι κανείς δεν τον κοιτούσε».

Στον απόηχο του διαζυγίου του, μυστηριώδεις θάνατοι άρχισαν να ανησυχούν τους υπεύθυνους στο νοσοκομείο που δούλευε, καθώς υγιείς ασθενείς πέθαιναν κατά τη διάρκεια της νύχτας, λόγω υπερβολικής ενδοφλέβιας χορήγησης φαρμάκων. Μετά την πρώτη αναστάτωση, ο νοσοκόμος της φρίκης ξεκίνησε να δουλεύει σε άλλο νοσοκομείο στο Philipsburg, αλλά σύντομα, νέοι ύποπτοι θάνατοι θα τον ανάγκαζαν να τραπεί για μία ακόμη φορά σε φυγή.

Κάποιες δουλειές τις παράτησε μετά από έρευνα και καταγγελίες για ανάρμοστη συμπεριφορά. Στη μια περίπτωση μια ηλικιωμένη γυναίκα παραπονέθηκε ότι έμπαινε στο δωμάτιό της και της έκανε ενέσεις, όταν δεν ήταν μέσα ο νοσοκόμος που της είχαν ορίσει. Μάλιστα είχε απολυθεί και από ένα άλλο νοσοκομείο, επειδή έκρυψε φάρμακα για την καρδιά σε κάδο, που προοριζόταν για την απόρριψη βελονών.

Η γνωριμία και η σχέση του Τσαρλς Κάλεν με την Έιμι Λόγκρεν
Από το 1993 έως το 2003, πέρασε από αρκετά νοσοκομεία, σκορπίζοντας κάθε φορά τον θάνατο. Όταν βρέθηκε στο Ιατρικό Κέντρο Σόμερσετ, μια από τις συναδέλφους του, η Έιμι Λόγκρεν, αποδείχθηκε τόσο η φίλη του, όσο και η «εχθρός» του.

Η Λόγκρεν, ήταν μία ανύπαντρη μητέρα δύο παιδιών και νοσηλεύτρια στη νυχτερινή βάρδια της ΜΕΘ του νοσοκομείου. Τα οικονομικά της βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση και η ίδια ήταν απελπισμένη, παλεύοντας να συνδυάσει τη σκληρή δουλειά με την οικογένειά της που την είχε ανάγκη, χωρίς καμία βοήθεια. Αντιμετωπίζοντας ένα πρόβλημα με την καρδιά της και έχοντας ανάγκη μία εγχείρηση, είδε στο πρόσωπο του νέου της συναδέλφου, έναν από μηχανής Θεό, ο οποίος θα ερχόταν για ελαφρύνει το βαρύτατο πρόγραμμά της.

Μιλώντας στον Guardian μέσω Zoom από τη Φλόριντα, η Έιμι Λόγκρεν εξήγησε: «Ήταν ένας από τους μόνους ανθρώπους που γνώριζαν το πρόβλημα με την καρδιά μου και καταλάβαινε πραγματικά τι σήμαινε για μένα, να χάσω ημέρες από τη δουλειά μου, εάν διαπίστωνα ότι ήμουν πολύ άρρωστη για να δουλέψω. Σίγουρα με βοήθησε εκείνες τις νύχτες που δεν ήμουν σωματικά ικανή να είμαι 100% “εκεί”».

Όσον αφορά στο ενδεχόμενο να υπήρξε μεταξύ τους ερωτική έλξη, η 57χρονη σήμερα Λόγκρεν, υπήρξε κατηγορηματική: «Ο Τσάρλι γνώριζε τους περιορισμούς του. Ένας από τους λόγους που είχαμε μια τόσο βαθιά φιλία, ήταν επειδή δεν υπήρχε τίποτα από αυτά. Ήμασταν τόσο κοντά, γιατί δεν με ενόχλησε ποτέ αυτό. Ήταν τόσο γλυκός που ένιωσα αμέσως ότι έπρεπε να τον προστατέψω. Οι γνώσεις του για τα φάρμακα και για την εντατική φροντίδα, ήταν εξαιρετικές και με ελκύουν άτομα, που είναι πιο έξυπνα από εμένα. Και γελούσε με όλα τα αστεία μου. Γίναμε λοιπόν γρήγορα φίλοι» είναι μερικά από τα λόγια της νοσοκόμας για τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας της, με τον φίλο που αργά ή γρήγορα θα εξελίσσονταν στον μεγαλύτερο εφιάλτη της.

Όταν το κουβάρι της υπόθεσης… άρχισε να ξετυλίγεται
Στην ανακάλυψη της πιο φρικιαστικής αλήθειας, κομβικό ρόλο έπαιξε η Έιμι Λόγκρεν, η οποία παρατηρώντας τους αιφνίδιους θανάτους στο νοσοκομείο, αντιλήφθηκε τη δολοφονική δράση του φίλου και συναδέλφου της.

Ο Φλόριαν Γκαλ, ο οποίος ήταν ένας ιερέας που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, υπήρξε ένα από τελευταία θύματα που «έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου». Ο άνδρας έδειχνε κάποια σημάδια βελτίωσης, όμως ξαφνικά υπέστη καρδιακή προσβολή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, είχε στον οργανισμό του μεγάλη ποσότητα διγοξίνης και ο θάνατός του προκλήθηκε, από τη μη εγκεκριμένη δόση του φαρμάκου.

Οι ντετέκτιβ της κομητείας άρχισαν να υποψιάζονται την παράξενη δράση του Τσαρλς Κάλεν και η Λόγκρεν σε συνεργασία μαζί τους άρχισε να συλλέγει στοιχεία από το νοσοκομείο.

Το 2003 δύο ντετέκτιβ που ερευνούσαν μια σειρά από ύποπτους θανάτους ασθενών στο νοσοκομείο, ήρθαν σε επαφή με τη νοσοκόμα. Παρατηρώντας τις κινήσεις του Κάλεν, ξεκίνησε να μοιράζεται τις υποψίες και τις ανακαλύψεις της, με τις αρχές. Όμως τα στοιχεία δεν έδιναν αρκετή δύναμη στις αρχές για να τον συλλάβουν. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, οι ερευνητές ζήτησαν από τη Λόγκρεν και συνάδελφο του αδίστακτου δολοφόνου να συναντηθεί μαζί του, φορώντας κοριό και προσπάθησε να τον χειραγωγήσει ελπίζοντας πως θα τον κάνει να ομολογήσει.

Ο Τσαρλς Κάλεν συνελήφθη τελικά τον μήνα που σηματοδοτεί το τέλος του έτους και δικαιολογώντας τις αποτρόπαιες πράξεις του, είπε στους ερευνητές ότι χορήγησε υπερβολικές δόσεις φαρμάκων, για να βγάλει τους «πολύ άρρωστους» ασθενείς από τη δυστυχία τους.

Μάλιστα ο δικηγόρος του δολοφόνου, χρησιμοποίησε ανάλογη υπερασπιστική γραμμή, λέγοντας στο NBC News ότι: «Τα θύματα ήταν άρρωστα και ήταν απάνθρωπο, να παρατείνεις τη διάρκεια ζωής τους».

Επιπλέον, το New York Magazine ισχυρίστηκε με δημοσίευματά του ότι οι δολοφονίες, ήταν για τον «Άγγελο του θανάτου» ο τρόπος για να απαλλαγεί από τη μιζέρια και τη δυστυχία της προσωπικής του ζωής.

Η ομολογία και η καταδίκη
Μετά τη σύλληψή του ο Κάλεν ομολόγησε αρχικά ότι δηλητηρίασε 13 ασθενείς, ενώ κατά τη διάρκεια της καταδίκης του, τον Μάρτιο του 2006, παραδέχτηκε ότι ο αριθμός άγγιζε τους 40, για να αποφύγει τη θανατική ποινή. Ωστόσο, οι αρχές πιστεύουν ότι ήταν υπεύθυνος για περισσότερους από 400 θανάτους, με τα στοιχεία όμως να μην επαρκούν έτσι ώστε να αποδειχθεί συνολικά η δράση του. Ο νοσοκόμος της φρίκης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια κάθειρξη, χωρίς τη δυνατότητα αποφυλάκισης, καταδικασμένος να μην δει ξανά το φως του ηλίου.

Μέχρι και σήμερα παραμένει έγκλειστος στην κρατική φυλακή του Νιου Τζέρζεϊ.

Η υπόθεση σηματοδότησε μια από τις πιο διαβόητες περιπτώσεις κατά συρροή δολοφονιών στο Νιου Τζέρζεϊ. Προκάλεσε επίσης ερωτήματα σχετικά με το σύστημα που επέτρεψε στον Κάλεν, να συνεχίσει τη δράση του, ακόμη και όταν άνθρωποι πέθαναν επανειλημμένα σε απροσδόκητες συνθήκες υπό τη φροντίδα του.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Independent, η Έιμι Λόγκρεν έχει σήμερα εγκαταλείψει τη νοσηλευτική και εργάζεται ως υπνωτίστρια, ενώ η εμπλοκή της στην υπόθεση έγινε γνωστή στο κοινό μόλις το 2013, με την έκδοση του βιβλίου του Τσαρλς Γκρέμπερ με τίτλο «The Good Nurse: A True Story of Medicine, Madness, and Murder». Όπως αναφέρεται εκείνη την εποχή, η Λόγκρεν δεν είχε πει στον Κάλεν ότι ήταν ο πληροφοριοδότης, του οποίου το έργο, οδήγησε στη σύλληψή του.

Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που ο Τσαρλς Κάλεν διέπραξε τις δολοφονίες
Το 2013 ο Κάλεν, παραχώρησε την πρώτη του τηλεοπτική συνέντευξη στο «60 Minutes» του CBS, όπου συζήτησε ανοιχτά τα εγκλήματα που διέπραξε: «Δούλεψα στη μονάδα εγκαυμάτων. Ήταν πολύς πόνος και ταλαιπωρία και δεν το αντιμετώπισα τόσο καλά όσο νόμιζα».

Ο Τσαρλς Κάλεν όπως ανέφερε τότε θυμόταν μόνο ένα θύμα, τον συνταξιούχο δικαστή Τζον Γιένγκο, ο οποίος πέθανε το 1988. Αν και παραδέχτηκε ότι δολοφόνησε έως και 40 ασθενείς, πρόσθεσε: «Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία. Νομίζω ότι το μόνο πράγμα που μπορώ να πω είναι ότι ένιωσα συγκλονισμένος εκείνη τη στιγμή. Πάνω κάτω ένιωθα ότι έπρεπε να το κάνω κάτι και το έκανα, και αυτό δεν είναι απάντηση σε τίποτα».

Αποκάλυψε επίσης ότι οι δολοφονίες του ήταν πράξεις ελέους: «Νόμιζα ότι οι άνθρωποι δεν θα υπέφεραν πια. Οπότε κατά μία έννοια νόμιζα ότι βοηθούσα». Παρά τους ισχυρισμούς του, μερικά από τα θύματά του δεν βρίσκονταν κοντά στο θάνατο ή δεν υπέφεραν.

Η 60χρονη Έλενορ Στόκερ, μία ασθενής με άσθμα, ανάρρωνε και δεν πονούσε, όταν ο Κάλεν της χορήγησε τη θανατηφόρα δόση διγοξίνης, ενώ όταν ο φοιτητής Μάικλ Στρένκο, ανάρρωνε ύστερα από μία χειρουργική επέμβαση, ο «Άγγελος του Θανάτου», έκοψε το νήμα της ζωής του.

Σύμφωνα με πληροφορίες της εκπομπής, ο Τσάρλς Κάλεν αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει περισσότερες από 20 φορές και βρέθηκε πολλές φορές σε ψυχιατρικά ιδρύματα πριν από τη σύλληψή του.

Ενώ πολλοί υπέθεσαν ότι ο «Άγγελος του θανάτου» διέπραξε τους φόνους, χωρίς να εγείρει καμία υποψία, ο ίδιος αποκάλυψε μέσα από την εκπομπή του CBS, ότι δύο νοσοκομεία στα οποία εργαζόταν, γνώριζαν τι έκανε: «Νομίζω ότι μπορώ να πω ότι με έπιασαν στο St. Barnabas και στο St. Luke’s. “Απλώς με έδιωξαν και έφυγα για να μην έχω άλλες συνέπειες”».

Μπορεί το κοινό να μη μάθει τους πραγματικούς λόγους, για τους οποίους ο αδίστακτος serial killer, αφαίρεσε τη ζωή από τουλάχιστον 400 ανθρώπους, όμως είναι γνωστό ότι η φυλάκισή του, τον απέτρεψε από το να συνεχίσει τη δράση του. Όταν ρωτήθηκε για τα εγκλήματά του στο «60 Minutes» εκείνος είπε: «Δεν ξέρω αν θα το είχα σταματήσει».

Ο συγγραφέας του Good Nurse, Τσαρλς Γκρέμπερ, αναφέρει στο βιβλίο για τα κίνητρα του δράστη: «Υπήρχαν μερικές διαφορετικές εκδοχές του “γιατί”. Ένα από αυτά ήταν “γιατί μπορούσε”. Ένιωθε ξεχωριστός και δυνατός. Δεν αντιλαμβάνονταν το ανθρώπινο κόστος. Ο ίδιος είπε ότι το έκανε από έλεος και από υποχρέωση στον ασθενή. Στην πραγματικότητα, αυτός ο εξαναγκασμός είχε να κάνει με τις δικές του ανάγκες και καθόλου σε σχέση με τις ανάγκες ή τις επιθυμίες των αθώων ασθενών».

Το καστ της ταινίας «The Good Nurse»
Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του 2013 με τίτλο «The Good Nurse: A True Story of Medicine, Madness, and Murder» του δημοσιογράφου Τσαρλς Γκρέμπερ. Στο «The Good Nurse» του Netflix παρουσιάζεται η φρικαστική ιστορία, μέσα από τα μάτια της Έιμι Λόγκρεν, της γυναίκας που έκανε τα πάντα με ρίσκο τη ζωή της, για να τον ξεσκεπάσει και να τον στείλει στη φυλακή. Μάλιστα, η ίδια η νοσηλεύτρια συναντήθηκε με τους ηθοποιούς της ταινίας και τους αφηγήθηκε τη συγκλονιστική ιστορία της.

Η Τζέσικα Τσάστεϊν υποδύεται την Έιμι Λόγκρεν, μία μητέρα που μεγαλώνει μόνη της 2 παιδιά και ταυτόχρονα εργάζεται ως νοσηλεύτρια στα επείγοντα. Ο Έντι Ρέντμεϊν είναι ο Τσαρλς Κάλεν, ένας φαινομενικά ευγενικός και ήρεμος νοσηλευτής, ο οποίος κρύβει ένα δολοφονικό μυστικό. Ο Νάμντι Αζομούχα υποδύεται τον Ντάνι Μπάλντουιν, έναν εκ των δύο ντετέκτιβ της αστυνομίας, οι οποίοι έχουν βρεθεί στα ίχνη του Τσαρλς και ψάχνουν τα κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία για να τον συλλάβουν για τις δολοφονίες πολλών ασθενών. Ο Νόα Έμεριτς υποδύεται τον Τιμ Μπράουν, τον δεύτερο ντετέκτιβ, ο οποίος είναι πεπεισμένος για την ενοχή του Τσαρλς και θα κάνει τα πάντα για να την αποδείξει.

Τζέφρι Ντάμερ: O serial killer των ΗΠΑ που δολοφόνησε και τεμάχισε 17 νεαρούς άνδρες

Ο ευγενικός, γλυκομίλητος «Κανίβαλος του Μιλγουόκι» που βίαζε τους εραστές του, τους κομμάτιαζε και τους έτρωγε, γίνεται σειρά στο Netflix

Η νέα σειρά του Netflix με τίτλο «Monster: The Jeffrey Dahmer Story», παρουσιάζει την πορεία της ζωής του Τζέφρι Ντάμερ, του ανθρώπου που ήταν υπεύθυνος για δεκαεπτά δολοφονίες νεαρών ανδρών, μεταξύ των ετών 1978 και 1991, με ιδιαίτερα σκληρές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας, νεκροφιλίας και κανιβαλισμού. Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς serial killer των ΗΠΑ, με εγκλήματα που συγκλόνισαν ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Τζέφρι Ντάμερ ήταν ένας γλυκομίλητος και ευγενικός άντρας, από μια οικογένεια με γονείς μορφωμένους, που προσπαθούσαν να παρέχουν σε εκείνον και στον μικρότερο αδερφό του ό,τι μπορούσαν.

Οι φωτογραφίες της οικογένειες παρουσιάζουν ένα περιβάλλον φυσιολογικό, έναν χαμογελαστό Τζέφρι δίπλα στον πατέρα του ή τη μητέρα του, ωστόσο οι δασκάλες περιέγραφαν ένα παιδί με σημάδια ψυχολογικής παραμέλησης, του έλειπε η ψυχική επαφή και το χάδι.

Ο γάμος των γονιών του είχε πολλά προβλήματα και όταν ο Ντάμερ ολοκλήρωσε τη σχολική φοίτηση, ήρθε το διαζύγιο. Ο πατέρας του ήταν ακόμη φοιτητής, όταν παντρεύτηκε και μέχρι να τελειώσει το διδακτορικό του ήταν συχνά απών. Η μητέρα του περιγράφεται ως μια γυναίκα υποχόνδρια, που αποζητούσε την προσοχή του άντρα της, εμφανίζοντας συχνά προβλήματα υγείας.

Στις 22 Ιουλίου 1991, όταν ήρθαν στο φως τα εγκλήματα του Ντάμερ, ο χημικός πατέρας του και η σύμβουλος υγείας μητέρα του αγωνιούσαν να καταλάβουν ποιο δικό τους λάθος οδήγησε τον γιο τους, σε αυτή την ανεξήγητη και εγκληματική πορεία. Την ίδια στιγμή που ο Τύπος οργίαζε με τα εξώφυλλα να διαπομπεύουν «Το Τέρας», «Το Κτήνος», «Ο Κανίβαλος του Μιλγουόκι».

Ποιος ήταν ο Τζέφρι Ντάμερ
Ο Τζέφρι Ντάμερ γεννήθηκε στις 21 Μαΐου του 1960 και μεγάλωσε σε μία φυσιολογική οικογένεια. Οι γονείς του δεν τον κακοποιούσαν και δεν μεγάλωσε στη φτώχεια. Αν και οι γονείς του καβγάδιζαν συχνά, ήταν αφοσιωμένοι στη φροντίδα του γιου τους και ποτέ δεν τον παραμέλησαν.

Σύμφωνα με τον πατέρα του, οι περιέργειες του Ντάμερ, που αργότερα θα εξελίσσονταν σε δολοφονικές ενέργειες, ξεκίνησαν στην ηλικία των 4 ετών. Τότε ο Αμερικανός κατά συρροή δολοφόνος, παρακολουθούσε τον πατέρα του, που μάζευε τα κόκαλα πεθαμένων ζώων από την αυλή και τη δασική περιοχή, γύρω από το σπίτι τους. Τότε μεγάλη εντύπωση του έκανε ο ήχος από το σπάσιμο που έκαναν τα κόκαλα, ο οποίος μάλιστα του προκαλούσε και ενθουσιασμό. Από εκεί και έπειτα ξεκίνησε το ενδιαφέρον του Τζέφρι για τα ζώα, το οποίο όσο περνούσαν τα χρόνια, γινόταν όλο και πιο… μακάβριο.

Όπως έγινε γνωστό συνήθιζε να μαζεύει τα ζώα που σκοτώνονταν από αυτοκίνητα και να τα εγχειρεί, για να εξετάσει την ανατομία τους. Μάλιστα κάποια στιγμή ρώτησε τον πατέρα του τι θα γινόταν αν έβαζε τα κόκαλα ενός κοτόπουλου στη χλωρίνη και ο πατέρας του, θεωρώντας πως ο γιος του ανέπτυσσε ένα επιστημονικής φύσεως ενδιαφέρον, του έδειξε πώς να χειρίζεται τις χημικές ουσίες, που αργότερα θα χρησιμοποιούσε στις δολοφονίες του.

Η ομοφυλοφιλία
Όταν μπήκε στην εφηβεία, συνειδητοποίησε ότι ήταν ομοφυλόφιλος, όμως δεν αποκάλυψε σε κανέναν τις σεξουαλικές του προτιμήσεις.

Είχε μια σύντομη σχέση με έναν άλλο έφηβο, αν και δεν είχαν ποτέ σεξουαλική επαφή. Άρχισε να φαντασιώνεται ότι κυριαρχεί και ελέγχει, έναν εντελώς υποτακτικό σύντροφο και οι αυνανιστικές φαντασιώσεις του, εστιάζονταν στο στήθος και τον κορμό των σωμάτων. Στα 16 του αποφάσισε να επιτεθεί σε έναν ελκυστικό νεαρό και περίμενε κρυμμένος στους θάμνους κρατώντας ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ, αλλά εκείνος δεν πέρασε.

Ήθελε ο παρτενέρ του να είναι ακίνητος, σχεδόν σαν πτώμα και συνέδεσε πολύ στενά την έννοια της σεξουαλικής ευχαρίστησης με τον διαμελισμό ζώων, που ήταν η κύρια ασχολία του εκείνη την περίοδο. Βέβαια ο πρώτος φόνος και η εκδήλωση της διεστραμμένης του σεξουαλικότητας, δεν θα αργούσαν να φανούν.

Ο πρώτος φόνος
Ήταν 18 Ιουνίου του 1978 και ο Τζέφρι Ντάμερ, είχε μόλις αποφοιτήσει από το λύκειο. Εκείνη την περίοδο έμενε μόνος του στο πατρικό του σπίτι, καθώς οι γονείς του είχαν χωρίσει. Ένα απόγευμα και καθώς οδηγούσε προς το σπίτι, ο 18χρονος Στίβεν Χικς έκανε ωτοστόπ και του ζήτησε να τον μεταφέρει στη διπλανή πόλη. Ο Ντάμερ δέχτηκε, ωστόσο του πρότεινε να κάνουν ένα διάλειμμα και να χαλαρώσουν, πίνοντας μπύρες στο υπόγειο του σπιτιού του.

Όταν ο 18χρονος ετοιμάστηκε με σκοπό να φύγει, ο Τζέφρι Ντάμερ τον χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού με ένα βαράκι και μόλις είδε ότι ο νεαρός ανέπνεε ακόμη, τον στραγγάλισε με ένα σχοινί, ενώ ολοκλήρωσε τη σεξουαλική του φαντασίωση, όταν αυνανίστηκε πάνω από το πτώμα του νεαρού αγοριού. Την επόμενη μέρα διαμέλισε το σώμα, το επεξεργάστηκε και το έθαψε στον κήπο. Μερικές εβδομάδες αργότερα, το ξέθαψε και ξεχώρισε τη σάρκα από τα οστά. Κατέστρεψε το δέρμα μέσα σε οξύ και θρυμμάτισε τα οστά με βαριοπούλα.

Μετά την πρώτη δολοφονία άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, αλλά οι βαθμοί του ήταν πολύ χαμηλοί και είχε γίνει αλκοολικός. Όταν ο πατέρας του βρήκε το φοιτητικό του δωμάτιο γεμάτο μπουκάλια, αρνούμενος να πληρώνει άλλο για τις σπουδές του, του πρότεινε να πάει στον στρατό. Ο Ντάμερ στρατολογήθηκε τον Ιανουάριο του 1979, τοποθετήθηκε στη Δυτική Γερμανία και υπηρέτησε έως τον Μάρτιο του 1981, οπότε και απολύθηκε λόγω των προβλημάτων του με το αλκοόλ. Για τον ίδιο λόγο, όταν γύρισε στις ΗΠΑ, ο πατέρας και η μητριά του δυσαρεστήθηκαν με την κατάστασή του και τον έστειλαν να μείνει με τη γιαγιά του.

Η γιαγιά του Ντάμερ ήταν το μόνο μέλος της οικογένειας στο οποίο έδειχνε αγάπη. Υπολόγιζαν στην επιρροή της και θεωρούσαν ότι θα μπορούσε να τον πείσει να κόψει το αλκοόλ και να βρει δουλειά. Ζούσε αρμονικά με τη γιαγιά του, τη συνόδευε στην εκκλησία και έκανε δουλειές, όμως οι καταχρήσεις δεν λάμβαναν το τέλος που επιθυμούσε η οικογένεια.

Το 1985 έπιασε δουλειά σε μια βιοτεχνία παρασκευής σοκολάτας, όπου δούλευε τη νύχτα. Στο μεταξύ, έχοντας πια αποδεχτεί τη σεξουαλική του ταυτότητα, σύχναζε στα γκέι μπαρ και τα λουτρά ομοφυλόφιλων του Μιλγουόκι.

Μάλιστα εκείνη την εποχή αυτή είχε κλέψει από ένα κατάστημα και είχε φέρει στο σπίτι μια αντρική κούκλα βιτρίνας, την οποία χρησιμοποιούσε για σεξουαλική διέγερση. Η γιαγιά του, όταν βρήκε την κούκλα στη ντουλάπα, του ζήτησε να την πετάξει. Αυτή η ερωτική επιθυμία που παρουσίασε ο Ντάμερ, ονομάζεται αγαλματοφιλία ή Πυγμαλιωνισμός. Η ερωτική επιθυμία γεννιέται από την «ομορφιά της ακινησίας».

Ο Τζέφρι Ντάμερ αν και είχε πολλές «κατακτήσεις», δεν έμενε ποτέ εντελώς ικανοποιημένος από τους παρτενέρ του, γιατί ήταν πολύ κινητικοί κατά τη διάρκεια του σεξ. Έτσι άρχισε να ρίχνει στο ποτό τους υπνωτικά χάπια και συνουσιαζόταν μαζί τους, όσο αυτοί κοιμόντουσαν. Ωστόσο μετά από λίγο καιρό, ούτε και αυτό δεν ήταν αρκετό, για να τον ικανοποιήσει.

Ο δεύτερος φόνος
Στις 20 Νοεμβρίου του 1987, ο Ντάμερ βρήκε το επόμενο θύμα του, τον Στίβεν Τουόμι, τον οποίο γνώρισε σε ένα γκέι bar. Δεν είχε σκοπό να τον σκοτώσει, ούτε θυμόταν να τον ξυλοκοπά, αλλά τα σημάδια από τις γροθιές του, ήταν εμφανή πάνω στο πτώμα. Δεν ήθελε να βασανίζει τα θύματά του, για αυτό τα νάρκωνε, για να μην υποφέρουν.

Μόλις ξύπνησε δίπλα στον νεκρό άνδρα διαμέλισε το σώμα του, έλιωσε τα οστά και τα πέταξε στα σκουπίδια. Έβρασε το κρανίο του και το κράτησε για δύο εβδομάδες, χρησιμοποιώντας το για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις..

Από εκείνη τη στιγμή μέχρι και τη σύλληψή του, το 1991, ο Τζέφρι Ντάμερ δεν σταμάτησε να σκοτώνει και πλέον ήταν και νεκρόφιλος, καθώς μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επαφή με τα πτώματα.

Ορισμένες φορές κρατούσε τα κρανία και αφού τα έβραζε, τα έβαφε γκρι, για να φαίνονται σαν πλαστικές κούκλες. Ακόμα, αν είχε αδυναμία σε κάποιο θύμα, βαλσάμωνε τα γεννητικά του όργανα και όποιο άλλο σημείο του σώματός του θεωρούσε πολύ όμορφο.

Ο κανιβαλισμός
Μεταξύ άλλων ο Τζέφρι Ντάμερ επιχείρησε να δημιουργήσει «ζόμπι». Έκανε αυτοσχέδιες λοβοτομές σε μερικά από τα θύματά του και τους έβαζε με ένεση στον εγκέφαλο οξύ ή καυτό νερό, όμως οι άντρες έφευγαν από τη ζωή μετά από λίγες ώρες.

Κάποια στιγμή, άρχισε να τρώει μερικά από τα κομμάτια των εραστών του, με την ελπίδα πως έτσι θα τους κρατά για πάντα κοντά του. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ο κανιβαλισμός συνοδεύει συχνά τη νεκροφιλία και στην περίπτωση του Ντάμερ, αυτός ήταν ένας τρόπος, για να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του.

Η γυναίκα που προσπάθησε να σταματήσει τη δράση του
Δίπλα από το διαμέρισμα του Τζέφρι Ντάμερ, βρισκόταν η γειτόνισσά του, η Γκλέντρα Κλίβελαντ, η οποία επανειλημμένως είχε προσπαθήσει να αναφέρει στις αρχές, ότι «κάτι περίεργο» συνέβαινε στο διπλανό σπίτι, καθώς άσχημες μυρωδιές, κραυγές και ήχοι ηλεκτρικών εργαλείων, έρχονταν από τον χώρο. Ωστόσο, η αστυνομία την αγνοούσε λόγω του ότι ήταν μαύρη.

Η Κλίβελαντ πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου 2010, σε ηλικία 56 ετών, στο Μιλγουόκι στο διαμέρισμά της. Κάποιοι ανήσυχοι γείτονες, οι οποίοι δεν την είχαν δει για λίγες μέρες, μίλησαν στην αστυνομία, η οποία στη συνέχεια τη βρήκε ξαπλωμένη στο πάτωμα στο διαμέρισμά της. Η έκθεση του ιατροδικαστή ανέφερε ότι είναι «φυσικός θάνατος που προκαλείται από καρδιακές παθήσεις και υψηλή πίεση αίματος». Η κόρη της απέδωσε τον θάνατο της μητέρας της στο έντονο κάπνισμα.

Η σύλληψη
Ήταν 27 Μαΐου του 1990, όταν ο Ντάμερ κόντεψε να συλληφθεί από την αστυνομία, όταν ένα από τα θύματά του απέδρασε. Ο 14χρονος ζαλισμένος μετά τα ποτά και τις ενέσεις, ζήτησε βοήθεια από τρεις γυναίκες που βρίσκονταν στον δρόμο, οι οποίες κάλεσαν την αστυνομία. Ωστόσο, ο Ντάμερ κατάφερε να πείσει τους αστυνομικούς ότι ο νεαρός ήταν ο ενήλικος σύντροφός του, που το έσκασε μετά από καβγά τους. Οι αστυνομικοί παρέδωσαν τον 14χρονο πίσω στον Ντάμερ, καταγράφοντας το περιστατικό ως καβγά μεταξύ εραστών.

Στις 22 Ιουλίου το βράδυ ο Τζέφρι Ντάμερ, είχε προσεγγίσει τρεις άντρες και προσφέροντάς τους 100 δολάρια, τους πρότεινε να τον ακολουθήσουν στο διαμέρισμά του, για να τους φωτογραφίσει γυμνούς, να πιουν μπύρες και να χαλαρώσουν. Από τους τρεις δέχθηκε μόνο ένας, ο 32χρονος Τρέισι Έντουαρντς.

Μόλις έφτασαν στο διαμέρισμα ο Ντάμερ επιχείρησε να του περάσει χειροπέδες, αλλά μόλις πέρασε τη μια στο ένα χέρι, το θύμα αντέδρασε. Τότε τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα για να τον φωτογραφίσει, ενώ κρατούσε ένα μαχαίρι. Ο Έντουαρντς ξεκούμπωσε το πουκάμισό του για να ηρεμήσει τον Ντάμερ, λέγοντας ότι θα του επέτρεπε να τον φωτογραφίσει, αν του έβγαζε τις χειροπέδες και απομάκρυνε το μαχαίρι. Ο Ντάμερ απλώς, ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος του Έντουαρντς, άκουσε τον χτύπο της καρδιάς του και, πιέζοντας το μαχαίρι, δήλωσε ότι θα του φάει την καρδιά.

Ο χώρος ήταν γεμάτος αφίσες ανδρών και είχε μια βαριά μυρωδιά που έβγαινε από ένα τεράστιο βαρέλι, ενώ στην τηλεόραση έπαιζε η ταινία «Ο Εξορκιστής 3». Ο Έντουαρντς ζήτησε από τον Ντάμερ να καθίσουν για μια μπύρα στο υπνοδωμάτιο, που είχε κλιματισμό, ενώ προσπαθούσε να σκεφτεί έναν τρόπο για να δραπετεύσει. Επί πέντε ώρες μιλούσε ήρεμα στον Ντάμερ και του έλεγε ότι είναι φίλος του, ώσπου κάποια στιγμή που ο Τζέφρι Ντάμερ έδειξε αφηρημένος και ο Έντουαρντς σηκώθηκε από τον καναπέ, έσπρωξε τον Ντάμερ και βγήκε τρέχοντας από την εξώπορτα.

Στον δρόμο σταμάτησε ένα περιπολικό και, έχοντας κρεμασμένες στο ένα χέρι τις χειροπέδες, εξήγησε στους αστυνομικούς το συμβάν και τους οδήγησε στο διαμέρισμα του δολοφόνου. Εκεί οι αστυνομικοί, επαλήθευσαν τα στοιχεία που τους είχε δώσει ο Έντουαρντς. Βρήκαν 83 φωτογραφίες πτωμάτων σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης. Ακόμα ανακάλυψαν το βαρέλι με το οξύ που περιείχε τα διαμελισμένα κορμιά τριών αντρών, μια κατάψυξη γεμάτη με τα άκρα των θυμάτων, κουτιά με μουμιοποιημένα χέρια και γεννητικά όργανα και κομμένα κεφάλια στο ψυγείο.

Επί δύο εβδομάδες ντετέκτιβ του Ανθρωποκτονιών και του FBI, ανέκριναν τον Τζέφρι Ντάμερ σχετικά με τις δολοφονίες που είχε διαπράξει και τα αποδεικτικά στοιχεία που βρέθηκαν στο διαμέρισμά του. Ο Ντάμερ παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να έχει δικηγόρο παρόντα στις ανακρίσεις, λέγοντας ότι ήθελε να ομολογήσει όλα όσα είχε κάνει. Παραδέχθηκε ότι δολοφόνησε 16 νέους άνδρες στο Ουισκόνσιν από το 1987 και έναν ακόμη νεαρό, τον Στίβεν Χικς που ήταν το πρώτο θύμα του, στο Οχάιο το 1978.

Η δίκη του στο Μιλγουόκι του Ουισκόνσιν
Ο Ντάμερ ομολόγησε την ενοχή του για τις δολοφονίες, αλλά στη δίκη, οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν ότι ήταν παράφρων. Η Εισαγγελία απέρριψε το επιχείρημα. Ο δικαστικός ψυχίατρος Παρκ Ντίετζ, έκρινε ότι μπορούσε να δικαστεί, επειδή κατά τον νόμο είχε σώας τας φρένας.

«Ο Ντάμερ προσπαθούσε να μείνει μόνος με το θύμα για να μην έχει μάρτυρες. Τα εγκλήματά του δεν ήταν παρορμητικά, ετοίμαζε εκ των προτέρων κάθε δολοφονία. Έπασχε από «Πυγμαλιωνισμό», αλλά αν και η παραφιλία του δεν ήταν θέμα προσωπικής επιλογής, δεν ήταν σαδιστής. Η συνήθειά του να είναι μεθυσμένος πριν δολοφονήσει δείχνει ότι είχε επίγνωση του σωστού και λάθους και ήθελε να ξεπεράσει τις αναστολές του».

Πολλοί ψυχίατροι διέγνωσαν διάφορες διαταραχές προσωπικότητας, αλλά το δικαστήριο έκρινε ότι καμιά από αυτές δεν αποτελούσε ελαφρυντικό για την ποινή. Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη συν 70 χρόνια.

Ο serial killer πέθανε για όσα έκανε, στις 28 Νοεμβρίου του 1994, όταν ένας συγκρατούμενος, που αποκαλούσε τον εαυτό του «Χριστό», τον ξυλοκόπησε με μεταλλική ράβδο στο ντουζ του γυμναστηρίου, μέχρι θανάτου. Όσο βρισκόταν στη φυλακή, ο Ντάμερ είχε βαφτιστεί ξανά και δήλωνε μετανιωμένος για τα εγκλήματά του.

Το καστ της ταινίας «Monster: The Jeffrey Dahmer Story»
Ο πρωταγωνιστής του «American Horror Story», Έβαν Πίτερς, υποδύεται τον Τζέφρι Ντάμερ. Το καστ συμπληρώνουν η Νίσι Νας, που υποδύεται τη γειτόνισσα του Ντάμερ, Γκλέντα, ο Ρίτσαρντ Τζένκινς, που υποδύεται τον πατέρα του και η Μόλι Ρίνγκγουολντ στον ρόλο της μητριάς του. Ο Ράιαν Μέρφι με τον επί σειρά ετών συνεργάτη του Ίαν Μπρέναν συνυπογράφουν τη σειρά, ενώ τη διεύθυνση παραγωγής έχει αναλάβει ο Τζο Μπέρλιντζερ.

Η ζωή και τα φρικιαστικά εγκλήματα του Ντάμερ έχουν εμπνεύσει αμέτρητα ντοκιμαντέρ, ταινίες και μια θεατρική παράσταση. Στην ταινία τρόμου με τίτλο «Dahmer» (2002) τον δολοφόνο υποδύθηκε ο ηθοποιός Τζέρεμι Ρένερ, ενώ ο Ρος Λιντς, ενσάρκωσε τον κατά συρροή δολοφόνο στα χρόνια της εφηβείας του στο «My Friend Dahmer» (2017), ταινία βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Τζον Μπάκντερφ.