Κωστής Σαββιδάκης – Ο παπά-Γρηγόρης από τις «Άγριες Μέλισσες» στο Journalize: «Ο παπάς είναι ικανός να πάρει το βάρος του φόνου πάνω του»

(Μία συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με τον Κωστή Σαββιδάκη)

Φωτογραφία: Βίκτορ Λαμπρινός

Είναι ένας άνθρωπος γλυκύς με μία όμορφη και καθαρή ψυχή. Είπε το «ναι» σε αυτή τη συνέντευξη με τόσο μεγάλη χαρά, που εμένα με έκανε να χαίρομαι διπλά. Είναι από εκείνους τους αξιολάτρευτους ανθρώπους, που το βλέμμα τους σε καθησυχάζει και σε ηρεμεί. Είναι όλο καλοσύνη και ομορφιά. Στάζει γλυκιές λέξεις και όμορφες κουβέντες. Σαν να νοιώθω την αγνότητα της ψυχής του και αυτό είναι που με γοητεύει περισσότερο.

Μιλάει για όλους και για όλα στην συνέντευξη μας. Μου δίνει την ευκαιρία, να ξετυλίξω του κουβάρι της ζωής του και μονάχα ευγνωμοσύνη νοιώθω για αυτό. Παραδίνομαι στη ζωηράδα της συνομιλίας μας και περιμένω τις σκέψεις του, να ξεδιπλωθούν.

Γεννήθηκε και έχει μεγαλώσει στη Ρόδο. Κατάγεται από τα Σφακιά, με πολλές ρίζες από τα Δωδεκάνησα. Ήδη από τα 14 του έτη, εργάζονταν ως γκρουμ σε ξενοδοχεία ή σερβιτόρος σε μπαρ και εστιατόρια ή κάνοντας θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά. Μετά το Λύκειο, και έχοντας αντιληφθεί την αγάπη του για την υποκριτική, ιδρύει με φίλους την θεατρική ομάδα «PRAXIS». Παράλληλα, όταν ξεκίνησε να λειτουργεί το θεατρικό Εργαστήρι της Ρόδου, άρχισε να παρακολουθεί σεμινάρια και να παίζει σε παραστάσεις. Αργότερα, ανέλαβε δράση ως επιχειρηματίας στο Νησί των Ιπποτών, ιδρύοντας το μπαράκι «ΑLTER EGO». Την επιχείρηση διατήρησε για 12 ολόκληρα χρόνια (2002-2014) μέχρι που πήρε την απόφαση, να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα και να ασχοληθεί επαγγελματικά με την υποκριτική.

Τον έχουμε απολαύσει σε αρκετές από τις μεγάλες επιτυχίες της ελληνικής τηλεόρασης («Λόλα», «Singles», «Λατρεμένοι μου Γείτονες», «Με τα Παντελόνια Κάτω»)

Φέτος, μας έδωσε τη χαρά, να τον θαυμάσουμε μέσα από τη συχνότητα του ΑΝΤ1 και τις «Άγριες Μέλισσες», στον ρόλο του παπά-Γρηγόρη. Είναι ένας πράος και σεβάσμιος άνθρωπος, χωρίς βέβαια να λείπει από το καφενείο και τα γλέντια. Στα επόμενα επεισόδια αναμένουμε, πως θα γίνει ο μάρτυρας, των αμαρτιών των κατοίκων του μικρού χωριού της δεκαετίας του 50, διά της εξομολόγησης.

Βέβαια, η υποκριτική του ευφυΐα δεν θα μπορούσε να λείπει από τον κινηματογράφο. Μέσα στους επόμενους μήνες, θα έχουμε την δυνατότητα να τον παρακολουθήσουμε μέσα από τη μεγάλη οθόνη των κινηματογραφικών αιθουσών σε 3 ταινίες. Το Πάσχα θα ενσαρκώσει τον βοσκό, τον Μαυρογένη, στην ταινία «Το δείπνο του Βοσκού» του Γιάννη Στραβόλαιμου. Τον Σεπτέμβρη θα τον δούμε, ως Αιγύπτιο, στην ταινία «Εξορία» του Βασίλη Μαζωμένου. Λίγους μήνες αργότερα, θα γίνει ο βασιλιάς των αθανάτων στην ταινία «TISIS» του Γιώργου Ευαγγελόπουλου. Τέλος, θα τον απολαύσουμε σε ένα ντοκιμαντέρ, που θα αναβιώσει την Ελληνική Επανάσταση του 1821, με τίτλο «ΧΩΡΥΓΟΣΚΑΛΑ – THE PATH OF SACRIFICE» του Κωνσταντίνου Γουργιώτη. 


Φέτος ζούμε μαζί σας μία μεγάλη επιτυχία, τις «Άγριες Μέλισσες». Τα κύματα αγάπης που στέλνει ο κόσμος είναι τεράστια. Περιμένατε αυτή την γλυκιά ανταπόκριση από τον κόσμο;

Διαβάζοντας τα πρώτα επεισόδια περίμενα ότι θα είναι κάτι πάρα πολύ καλό. Ήξερα μέσα μου ότι θα κάνει επιτυχία, κάνεις όμως  δεν ήξερε ότι θα γίνονταν τόσο μεγάλη επιτυχία. Μονάχα ευτυχία είναι όλο αυτό που βιώνουμε. Βέβαια υπάρχουν και κάποιες μεμονωμένες ακραίες περιπτώσεις, αλλά οι περισσότεροι είναι πολύ ζεστοί και θερμοί. Μπαίνουμε στα σπίτια των ανθρώπων και πραγματικά νοιώθω, ότι με κάποιο τρόπο έχουμε γίνει και εμείς μέλος της οικογένειας τους.

Έχει τύχει να σας στείλουν ιερείς μηνύματα, με αφορμή την ερμηνεία σας στη σειρά;

Πριν δύο μέρες συνέβη ένα περιστατικό. Πήγα στην Τράπεζα για κάποιες υποχρεώσεις. Στο ταμείο λοιπόν ήταν ένας ιερέας, ο οποίος μόλις ολοκλήρωσε την συναλλαγή του έρχεται, πάει να μου φιλήσει το χέρι και με αποκαλεί «Συνάδελφε»,  μπροστά στον κόσμο. Πάγωσα και του λέω γελώντας «Σας παρακαλώ μην το κάνατε αυτό». Όπως καταλαβαίνεις όλοι μας κοιτούσαν. Η αλήθεια είναι, ότι βλέπουν πάρα πολλοί ιερείς την σειρά και μου στέλνουν μηνύματα.   

Ο παπάς από όσο έχουμε ήδη δει, δεν γνωρίζει τίποτα από όσα συμβαίνουν στο μικρό χωριό της δεκαετίας του 1950…

Νομίζω ότι ο παπάς γνωρίζει τα πάντα, αλλά που να το πει και που να τον πιστέψουν.  Μέσα από τις εξομολογήσεις θα μάθει πολλά πράγματα, στα επόμενα επεισόδια.

Πως πιστεύετε ότι θα αντιδράσει ο παπάς, όταν μάθει τι έχουν κάνει οι 3 αδελφές που τόσο πολύ αγαπάει; Θα προσπαθήσει να τις καλύψει;

Είμαι σίγουρος ότι θα τις καλύψει, αν το μάθει. Είμαι σίγουρος ότι θα τις δικαιολογήσει, διότι αμύνθηκαν. Οποιοσδήποτε στην θέση τους, το ίδιο θα έκανε. Το ότι δεν ομολογήσαν, είναι ένα άλλο θέμα. Ίσως εκεί βρίσκεται η αμαρτία τους. Έκρυψαν τον φόνο και χρεώθηκε κάποιος άλλος την δολοφονία. Έχω ικανό τον παπά- Γρηγόρη να πάρει ακόμα και το βάρος του φόνου πάνω του.  

Ποιο είναι το ιδανικό τέλος για εσάς;

Να σου πω την αλήθεια, αυτό δεν το έχω σκεφτεί. Νομίζω όμως, ότι μία ιδανική σκέψη θα ήταν, να αφεθεί το τέλος κάπως μετέωρο στην σκέψη των τηλεθεατών. Θα ήταν ωραίο να το οραματιστεί ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

Ορμώμενη από το γεγονός ότι υποδύεστε τον ιερέα. Ποια είναι η δική σας σχέση με την θρησκεία;

Πολύ στενή.  Έχω μεγαλώσει μέσα στην εκκλησία. Μάλιστα η νονά μου είναι παπαδιά, γυναίκα παπά.

Να περάσω τώρα στην κινηματογραφική σας δράση. Στον αριθμό τρεις οι ταινίες που έχουμε να περιμένουμε από εσάς και ένα ντοκιμαντέρ.

Σωστά! Η πρώτη είναι η «Εξορία» του Βασίλη Μαζωμένου, η οποία ταξιδεύει στα Φεστιβάλ του εσωτερικού και του εξωτερικού. Τον Σεπτέμβρη θα επιστέψει στην Ελλάδα, για να παρουσιαστεί επίσημα στους κινηματογράφους.

Η δεύτερη ταινία είναι «Το δείπνο του Βοσκού» του Γιάννη Στραβόλαιμου, που περιμένουμε να βγει το Πάσχα. Εκεί υποδύομαι τον βοσκό, τον Μαυρογένη, ο οποίος έχει μεγαλώσει στα βουνά μακριά από τον κόσμο και ζει με τη γυναίκα του, τη Μαριώ. Οι δυο τους αποφασίζουν να κατέβουν στο χωριό Λαχανάδες, ώστε να προμηθεύονται ευκολότερα τα απαραίτητα για την συντήρησή τους. Εκεί, ο Μαυρογένης, βλέπει για πρώτη φορά Εκκλησία και Ιερέα. Λόγω της απονήρευτης και καλοσυνάτης καρδιάς του, ακούει με πολύ ενδιαφέρον τα όσα κηρύττει ο Παπά Φώτης και σταδιακά εξελίσσεται η ιστορία του και το ταξίδι του.   

Η Τρίτη ταινία είναι η «TISIS» του Γιώργου Ευαγγελόπουλου. Αυτή είναι μία ταινία επιστημονικής φαντασίας, με θνητούς και αθανάτους. Εγώ υποδύομαι τον βασιλιά των αθανάτων, που ρίχνει μία κατάρα «Οποίος θνητός ερωτοτροπήσει με αθάνατο, το παιδί θα βγει καταραμένο». Η συγκεκριμένη ταινία θα βγει τον Σεπτέμβρη και μάλιστα επειδή είναι πολύ χαμηλού budget, την γυρίζουμε 4 χρόνια.

Τέλος, έχουμε το ντοκιμαντέρ του Κωνσταντίνου Γουργιώτη με τίτλο «ΧΩΡΥΓΟΣΚΑΛΑ – THE PATH OF SACRIFICE» και αφορά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

 Φωτογραφία: Ηλίας Περγαντής

Τον Δεκέμβρη του 2018 βρεθήκατε και στην Αμερική, κάνοντας τον Δία σε μία παράσταση. Μιλήστε μου για αυτή σας την εμπειρία.

Ήταν μία απίστευτη εμπειρία. Ήταν τρελό. Μέσα σε 20 μέρες έπρεπε να μάθω τον ρόλο στα αγγλικά, ενώ τα αγγλικά μου δεν βρίσκονται σε άριστο επίπεδο. Ευτυχώς ο Δίας είναι Έλληνας, επομένως δικαιολογήθηκε η ελληνική προφορά που είχα. Η παράσταση πήγε πάρα πολύ καλά και γίνονταν συζητήσεις για να γυριστεί και ως κινηματογραφική ταινία. Ακόμα, πριν κάποιους μήνες μου έγινε πρόταση, να πάω ξανά στην άλλη μεριά του ατλαντικού για ένα σίριαλ αυτή τη φορά. Λόγω πιεσμένου ωραρίου στην Ελλάδα δεν θα μπορούσα να ανταποκριθώ στον ρόλο, μιας και ήταν βασικός από την μία και στην αγγλική γλώσσα από την άλλη. Δυστυχώς έπρεπε να αρνηθώ.

Πως είδατε τα πράγματα στην Αμερική στον χώρο της υποκριτικής;

Πολύ σωστά, ψυχρά, επαγγελματικά. Εκεί, ο ηθοποιός θα δουλέψει και θα πληρωθεί μέχρι και το τελευταίο λεπτό. Για παράδειγμα, όταν τελείωνε στις 22:30 η παράσταση, μέχρι τις 23:00 ο χώρος έπρεπε να αδειάσει, αν η ώρα έφτανε 23:01 χρεώνονταν η παραγωγή 14.000$ το λεπτό. Τα πάντα είναι business εκεί.  Φυσικά, όπως καταλαβαίνεις δεν υπάρχει αυτή η ζεστασιά που υπάρχει στην δική μας χώρα. Όταν όλα είναι αμιγώς επαγγελματικά το κλίμα είναι αναπόφευκτα σκληρό και ψυχρό.

Είχατε βρεθεί στο παρελθόν από την άλλη μεριά του ατλαντικού για επαγγελματικούς σκοπούς;

Στα 19 μου πήγα στο Los Angeles για 3 μήνες. Σκόπευα τότε, να βρω μία σχολή για να σπουδάσω υποκριτική. Με το χέρι στην καρδιά, θα σου πω ότι δεν μου άρεσε. Μάλιστα, οι σχολές ήταν πάρα πολύ ακριβές για τα δικά μου τα μέτρα και ένοιωθα ότι δεν μου ταιριάζει η ζωή και η νοοτροπία της χώρας. Τότε, που τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν διαφορετικά, ήμασταν κάθε βράδυ έξω. Αντίθετα, στην Αμερική ήμασταν όλη μέρα σπίτι και το Σάββατο κάναμε πιτζάμα πάρτυ, κάτι που εγώ -ως Έλληνας- θεωρούσα γελοίο (γέλια).

Ακόμα έχετε ιδρύσει και μία δική σας θεατρική ομάδα…

Ναι, οι «Συν Κάτι». Είναι μία ομάδα που έχουμε εδώ και 15 χρόνια, και ιδρύσαμε μαζί με τον Κωνσταντίνο Κωσνταντόπουλο. Είμαστε μία ομάδα που αγαπάμε πολύ αυτό που κάνουμε και προσπαθούμε να το κάνουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η ομάδα μας αναλαμβάνει τα πάντα παραγωγή, σενάριο, σκηνοθεσία.  

Το όνομα της ομάδας σας «Συν Κάτι», πως προέκυψε;

Στα μαθήματα υποκριτικής που κάνει ο Κωνσταντίνος, συνηθίζει να αναφέρει αυτή την έκφραση «Συν Κάτι», δηλαδή σε αυτό που κάνεις πρόσθεσε και κάτι ακόμα, για να κάνεις κάτι καλύτερο. Έτσι λοιπόν, κρατήσαμε αυτή την αγαπημένη έκφραση του Κωνσταντίνου.

Βέβαια κλείνοντας την ενότητα της υποκριτικής θα ήθελα να ρωτήσω, πότε εμφανίζεται το μικρόβιο;

Από την πολύ μικρή μου ηλικία. Θυμάμαι ότι πολλές φορές τριγυρνούσα στο χωρίο και έκανα ότι ήμουν κάποιος άλλος ή ένας αόρατος. Για παράδειγμα, δεν χαιρετούσα την γειτόνισσα, γιατί προσποιούμουν κάποιον άλλο. Μέσα μου θεωρούσα, ότι η γειτόνισσα δεν με γνώριζε, και αυτό γιατί εγώ είχα μπει στο πετσί του ρόλου.  Μάλιστα, κάποια στιγμή έκαναν και παράπονα στην μητέρα μου, της έλεγαν «Γιατί δεν μας μιλάει ο γιος σας;».

Μάλιστα, ασχοληθήκατε για ένα μικρό χρονικό διάστημα και με την πολιτική. Από το θέατρο στις κάλπες… Πως πήρατε αυτή απόφαση;

Ναι, κατέβηκα στις Ευρωεκλογές του 2019, μαζί με την Ζωή Κωνσταντοπούλου και ύστερα στις Βουλευτικές Εκλογές των Δωδεκανήσων, μιας και κατάγομαι από εκεί με το κόμμα «Πλεύση Ελευθερίας». Βέβαια δεν εκλέχτηκα, παρόλα αυτά η Ζωή ήταν μία γυναίκα, που πραγματικά εμπιστεύτηκα. Ποτέ δεν θα κατέβαινα με κανένα άλλο κόμμα. Θεωρώ ότι όλοι είναι απατεώνες. Η μόνη που με έπεισε και ότι είπε, το έπραξε, ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Παράτησε την θέση του Προέδρου της Βουλής, γιατί θεώρησε ότι τα άλλα πρόσωπα διέπρατταν προδοσία στη χώρα. Εμένα αυτό με έπεισε. Πιστεύω, ότι αυτή η γυναίκα έχει πράγματα να δώσει. Έτσι, όταν μου έκανε την πρόταση, δέχθηκα. Ήθελα να το παλέψω μαζί της και να την στηρίξω.

Αν σας ρωτούσα τι αποκομίσατε από όλη αυτή την εμπειρία, τι θα μου λέγατε;

Ότι παίζονται τρελά παιχνίδια πίσω από τις πλάτες των πολιτών. Συγκεκριμένα, το ποσοστό που έδωσαν στο κόμμα, με το οποίο κατέβηκα, ήταν 1,4%, όμως πριν ακόμα κλείσουν οι κάλπες έδιναν το ίδιο ποσοστό (1,4%). Μέχρι λοιπόν να κλείσουν οι κάλπες αυτό το ποσοστό δεν άλλαξε. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Πρόεδρος της «Πλεύσης Ελευθερίας», ζήτησε καταμέτρηση των ψήφων. Εκεί είδαμε πολλά παράδοξα και στημένα, τα οποία σύντομα θα ανακοινώσει η ίδια. Η ευθύνη είναι δικιά μας, νομίζω κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε, τι και ποιους ψηφίζουμε.

Σκέφτεστε να ασχοληθείτε κάποια στιγμή και πάλι με την πολιτική;

Δεν ξέρω! Αν μπορώ να φανώ χρήσιμος, στην συγκεκριμένη κυρία, την Ζωή Κωνσταντοπούλου, θα το έκανα.

Ποιο είναι το μήνυμα που θα στέλνατε στους νυν πολιτικούς εκπροσώπους της χώρας μας;

Να σεβαστούν τους ανθρώπους που τους έχουν ψηφίσει και όσοι αδυνατούν να το κάνουν, να μας αδειάσουν τη γωνιά.

Πως θα χαρακτηρίζατε εσείς ο ίδιος τον εαυτό σας;

Νομίζω είμαι ευγενής, είμαι καλός-καλός μέχρι να μου πατήσεις τον κάλο. Αν δεν νοιώσω σεβασμό, αλλάζω στάση. Όσο ήμερος είμαι, αν θυμώσω θα θυμώσω πολύ άσχημα.

Τι μουσική ακούτε;

Πραγματικά τα πάντα, θα μπορούσα μόνο να πω ότι δεν μου αρέσει η Hard Rock. Έχω μία ιδιαίτερη αδυναμία στα παραδοσιακά και τα τελευταία 3 χρόνια, ακούω πολύ βυζαντινή μουσική και εκκλησιαστικούς ψαλμούς.  Ηρεμεί το μυαλό μου και χαλαρώνει.

Ψέλνετε παράλληλα;

Όχι, αν και θα ήθελα πάρα πολύ. Την Μεγάλη Εβδομάδα πηγαίνω στην εκκλησία και προσπαθώ όσο μπορώ.

Πως περνάτε τον ελεύθερο σας χρόνο;

Μου αρέσει να είμαι με φίλους. Το καλοκαίρι αγαπώ την θάλασσα, τα ταβερνάκια, συνοδευόμενα από ούζο καλαμαράκια και χταποδάκια. Επειδή είχα για 12 χρόνια μπαρ στη Ρόδο, δεν μπορώ πια την έντονη μουσική. Θέλω στις εξόδους μου, να μπορώ να ακούσω και να ακουστώ.  

Αντιλαμβάνομαι μία κατάσταση με φίλους και όμορφες διαπροσωπικές συζητήσεις. Πως σας φαίνεται η σημερινή εποχή των διαδικτυακών μηνυμάτων;

Μου φαίνεται γελοίο και ταυτόχρονα ανατριχιαστικά τρομακτικό. Μάλιστα κάποια στιγμή, είδα ένα μικρό παιδί στην εκκλησία, το οποίο καθώς προσκυνούσε στην εικόνα πήγε να την «αλλάξει» σαν να ήταν τάμπλετ. Είναι μία εποχή που, ναι μεν όλες οι δουλείες γίνονται από τις ηλεκτρονικές συσκευές, αλλά χάνεται το μέτρο. Ο κόσμος πια δεν φλερτάρει. Στην δική μου εποχή θυμάμαι, ότι παντού και πάντα υπήρχε το φλερτ, αυτά τα όμορφα βλέμματα με τις κοπέλες. Δεν υπάρχει πια αυτό, είναι όλοι με ένα κινητό. Βλέπω αγόρια, να έχουν δίπλα τους πανέμορφες κοπέλες -και το αντίστροφο βέβαια- και στέλνουν μηνύματα, αντί να κοιτούν ο ένας τον άλλο.

Τι σημαίνει για εσάς η υποκριτική;

Σεβασμός στους χαρακτήρες, τους ρόλους και τα έργα που αναλαμβάνουμε.

Ο «Κερέμ» από το «Κόκκινο Ποτάμι» στο Journalize:  «Έμεινα στο υπερπολυτελές Loft του Bob Wilson, στο Manhattan, με θέα το Empire State Building»

(Μία συνέντευξη με τον ηθοποιό Θοδωρή Φραντζέσκο)

Αυτή τη φορά συναντώ τον Θοδωρή Φραντζέσκο, τον Κερέμ από τη σειρά -του Μανούσου Μανουσάκη- «Κόκκινο Ποτάμι», σε ένα μαγικό καφέ σε ένα μικρό στενάκι, που κρύβεται στο Μοναστηράκι.

Για το 2019 συστήθηκε επισήμως στο ελληνικό κοινό μέσα από τη συχνότητα του OPEN BEYOND, ως «Κερέμ Καρτάλ». Είναι εκείνος ο Τούρκος αξιωματικός που γεμάτος ηθική και αγάπη για τον συνάνθρωπο, προσπαθεί να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη και να σώσει εκείνους που αγαπά.  Είναι ένας χαρακτήρας που -όπως τονίζει ο Θοδωρής- ταίριαξε απόλυτα στη ιδιοσυγκρασία του. Τον αγάπησε και εμείς τον αγαπήσαμε μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία, που μας χαρίζει τις νύχτες κάθε Κυριακής.

Για τον Θοδωρή τα μονοπάτια της υποκριτικής υπήρξαν τραχιά και γεμάτα δυσκολίες. Μέχρι τα 19 του, ασχολήθηκε ενεργά με το ποδόσφαιρο, αργότερα ακολούθησε την ακαδημαϊκή οδό σπουδάζοντας στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστήμιου Κρήτης. Ωστόσο, η έλλειψη και το καλλιτεχνικό – δημιουργικό κενό που κυριαρχούσε στην ψυχή του, τον οδηγούν άμεσα στην Αθήνα και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Παρατηρώντας την εξέλιξή του, θα έλεγε κάνεις πως στο πρόσωπο της υποκριτικής βρήκε σίγουρα την ευτυχία και τον εαυτό του.

Κάθε φορά που μου μιλά για την τέχνη του, αποκτά ξαφνικά λαμπερά μάτια και ξεκάθαρη – στεντόρεια φωνή. Κάθε φορά που μου μιλά για τα μελλοντικά σχέδιά του, σίγουρα διακρίνω ένα αστείρευτο πάθος. Όπως μου εξομολογείται, επιθυμεί τη δημιουργία μίας δικής του θεατρικής παραγωγής σε συνεργασία με έναν δικό του άνθρωπο. Θέλει να δημιουργήσει τις παραστάσεις και τις δουλειές που ονειρεύεται, θέλει να κοιτάζει τους ανθρώπους θαρρετά στα μάτια και να υπερασπίζεται το δίκαιο έχοντας οραματιστεί έναν κόσμο ομορφότερο.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης μας, μου διηγείται και μία δική του παραμυθένια ιστορία. Απορροφημένη από την ιστορία του, ακούω προσεκτικά όσα βίωσε τις ημέρες που επισκέφθηκε τις ΗΠΑ και όλα όσα έμαθε, πλάι στον σπουδαίο Αμερικανό σκηνοθέτη Bob Wilson.

Ακόμα, μου μιλά για τη μουσική, μία ακόμη δική του μεγάλη αγάπη. Σαν να νοιώθω, ότι κάθε φορά που αφήνει να τον συνεπάρουν τα φτερά της μουσικής, εκείνος γραφεί μοναδικά κομμάτια. Στόχος του και επιθυμία μας, είναι να τα ακούσουμε μέσα από τους ραδιοφωνικούς δέκτες μας ή να τα απολαύσουμε στις σκηνές της Αθήνας.


Πως σου γίνεται η πρόταση για το «Κόκκινο Ποτάμι»;

Ήταν ένα από τα πολλά e-mail που είχα στείλει με το βιογραφικό μου. Στην πραγματικότητα έτυχε να στείλω το κατάλληλο e-mail, την κατάλληλη στιγμή και έτσι προέκυψε και το τηλεφώνημα τους.

Πέρασες από κάστινγκ για να καταλήξεις να ενσαρκώνεις τον «Κερέμ»;

Ναι, ήταν ένα σύντομο καστινγκ θα έλεγα. Θυμάμαι μπήκα στο γραφείο του κυρίου Μανουσάκη,  μου έδωσαν τον ρόλο του «Κερέμ», 2-3 σελίδες κείμενο και ακριβώς 5 λεπτά για να μάθω τα λόγια. Πηγαίνω έξω λοιπόν και δεν σου κρύβω ότι με έπιασε πονοκέφαλος, από τον ζήλο μου, να μάθω αυτές τις σελίδες και να τις αναπαράγω. Στο τέλος, η casting director μου είπε, ότι κατά πάσα πιθανότητα θα είμαι εγώ ο «Κερέμ» και πως από την πρώτη στιγμή, που με είδε ο κύριος Μανουσάκης, είχε οραματιστεί τον «Κερέμ».

Τι σοι άνθρωπος είναι ο Κερέμ;

Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ζει μέσα σε 2 κόσμους. Με το ένα πόδι βρίσκεται στον κόσμο που του επιβάλλουν οι συνθήκες της εποχής και με το άλλο πόδι βρίσκεται εκεί που πραγματικά επιθυμεί. Είναι ένας χαρακτήρας που πιστεύει στην αξία της ανθρώπινης φύσης. Δεν λογαριάζει ούτε διαφορές, ούτε διακρίσεις. Ο «Κερέμ» βρίσκεται αυτή τη στιγμή ανάμεσα στον πατέρα του και στην δικαιοσύνη. Μάλιστα οι αντιδράσεις αυτού του χαρακτήρα, προς ένα κυβερνητικό στέλεχος (προς τον πατέρα του, Υπουργό Μεχμέτ Καρτάλ) θεωρούνται ακραίες. Τότε, κανείς δεν είχε την δυνατότητα να πάει κόντρα στον λόγο του πατέρα του και πόσο μάλλον όταν αυτός ήταν στέλεχος της κυβέρνησης.

Νοιώθεις ότι έχεις κάτι από τον «Κερέμ»;

Ναι, όταν διάβασα τον ρόλο ένοιωσα κάτι μαγικό, ήταν σαν να διάβαζα τα λόγια που ενδεχομένως να έλεγα και εγώ ο ίδιος.  Έχω πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον «Κερέμ», διότι είμαι και εγώ ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων και δίκαιος.

Στα τελευταία επεισόδια δεν βλέπουμε τον «Κερέμ»… Τι συμβαίνει;

Ο «Κερέμ» βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην Κωνσταντινούπολη. Στο μεθεπόμενο επεισόδιο θα εμφανιστεί και από εκεί και πέρα η παρουσία του, θα είναι ενεργή μέχρι και το τέλος της σειράς.

Ψυχολογικά πόσο δύσκολο είναι να υποστηριχτούν αυτές οι σκηνές; Η γενοκτονία των Ποντίων είναι μία πληγή στην ελληνική ιστορία που μπορεί να κλείσει, είναι μία ιστορία αβάσταχτη για τους Έλληνες.

Σίγουρα είναι μία επίπονη διαδικασία. Πολλές φορές πριν ξεκινήσει το γύρισμα απομονώνομαι προκειμένου, να εντάξω τον εαυτό μου μέσα  στην φιλοσοφία και την ένταση της εποχής.  Ομολογουμένως, είναι πολύ επικίνδυνα μονοπάτια αυτά, σίγουρα τρομάζεις και δεν αποκλείεται να χαθείς. Κάθε φορά, κλείνω τα μάτια μου και με πιάνει ρίγος. Αντιλαμβάνομαι τι σημαίνει η στολή που φοράω και νοιώθω το όπλο που κρατάω. Σκέφτομαι ότι οι στιγμές που έζησαν αυτοί οι άνθρωποι ήταν τρομακτικές. Να σου πω, ότι όλα τα όπλα στη σειρά είναι αληθινά και έχουν συμμετάσχει σε πόλεμο, καθώς είναι από το Πολεμικό Μουσείο. Ταυτόχρονα όμως, όλα αυτά μας κάνουν να αντιλαμβανόμαστε πόσο τυχεροί είμαστε που ζούμε σε μία εποχή, στην οποία ναι μεν υπάρχουν προβλήματα, ωστόσο δεν βιώνουμε ως Έλληνες τις θηριωδίες που βίωσαν εκείνοι οι άνθρωποι.

Μπορείς να μου περιγράψεις ένα δύσκολο και σκληρό γύρισμα που είχατε;

Το καλοκαίρι, τότε που ήμασταν στα Δερβενοχώρια και γυρνούσαμε τη σκηνή από το πρώτο επεισόδιο, που θα είναι και το τελευταίο της σειράς. Ήμασταν με τις στολές, οι οποίες είναι ήδη πάρα πολύ ζεστές, και με 40-45 βαθμούς κελσίου καύσωνα. Οι σκηνές και οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ επώδυνες, διότι υπήρχαν όπλα, σκοτωμοί και φυσικά η επιμονή στην τελειότητα έφερνε διαρκείς επαναλήψεις. Είχαμε οδηγηθεί σε μία ακραία ψυχική και σωματική κατάσταση. Ήμασταν στα όρια της λιποθυμίας.

Τα γυρίσματα της σειράς έχουν ολοκληρωθεί;

Όχι. Ακόμα δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνει το τελευταίο μας γύρισμα. Πιθανώς λίγο μετά το Πάσχα να έχουν ολοκληρωθεί.

Υπάρχει κάτι το οποίο μπορείς να μας αποκαλύψεις; Τι να περιμένουμε στα επόμενα επεισόδια;

Τραγικές, δραματικές και δύσκολες αποχωρήσεις.

Με την Ιφιγένεια, την οποία φαίνεται να αγαπά ο Κερέμ, τι θα συμβεί;

Κατά πάσα πιθανότητα, όπως άλλωστε έχουμε δει και στα επεισόδια που έχουν παιχτεί ως τώρα, ο έρωτας του Κερέμ προς την Ιφιγένεια δεν θα βρει ανταπόκριση.

Πότε μπήκε στη ζωή σου το μικρόβιο της υποκριτικής;

Πάντοτε υπήρχε. Το ένοιωθα μέσα μου και το εξέφραζα με διάφορους τρόπους, όπως στις σχολικές παραστάσεις. Πάντοτε αναλάμβανα τις παραστάσεις του σχολείου μας, ως σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής. Θυμάμαι όλοι λάμβαναν μέρος στη θεατρική ομάδα για να χάσουν μάθημα, όμως στο τέλος όλοι ξεγλιστρούσαν και έμενα μόνος στην σκηνή, με όλα τα άλλα παιδιά να κάνουν τα φαντάσματα ή τις φωνές. Μάλιστα όλο αυτό, ήταν η αντίδραση μου απέναντι στην ντροπή που ένοιωθα τότε. Μικρός ήμουν πολύ ντροπαλός και επειδή είμαι λίγο των άκρων θεώρησα, ότι η παρουσία μου στην σκηνή θα ήταν μία ωραία πρόκληση για να καταπολεμήσω την ντροπή μου.

Είναι η πρώτη φορά που κάνεις τηλεόραση έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς στο παρελθόν είχες κάνει μονάχα κάποιες guest εμφανίσεις. Πως το βιώνεις όλο αυτό; 

Είχα ξεκινήσει με κάποιες guest εμφανίσεις στο «Ταμάμ» του ΑΝΤ1, στο «Σαν οικογένεια» που είχε προβληθεί στον Alpha Ελλάδος και Κύπρου και στην ταινία της Lacta μαζί με την Αναστασία Παντούση (Ιφιγένεια από το Κόκκινο Ποτάμι). Ομολογουμένως, με την Αναστασία έχουμε μία καρμική σχέση. Συναντηθήκαμε στις 2 δουλείες που προανέφερα και τώρα πάλι στο Κόκκινο Ποτάμι. Όσον αφορά τον ρόλο μου φέτος, σίγουρα τα πράγματα είναι διαφορετικά, σίγουρα δεν ήρθε αυτή η πρόταση τυχαία και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για ότι μου συμβαίνει. Από το 2014 που τελείωσα την σχολή, είπα πάρα πολλά «όχι» σε τηλεοπτικές σειρές. Ήταν δουλείες που δεν με γέμιζαν. Όλο αυτό, όπως καταλαβαίνεις, είχε κόστος οικονομικό και ψυχολογικό. Όσον αφορά το οικονομικό κομμάτι, έπρεπε κάπως να βιοποριστώ και έτσι εργαζόμουν τη νύχτα σε μπαρ. Επομένως, μετά τις σπουδές μου στο Εθνικό Θέατρο αναγκάστηκα να δουλέψω εκτός χώρου, για να μπορέσω να επιβιώσω. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι ο ρόλος μου στο Κόκκινο Ποτάμι και όλα όσα βιώνω δεν είναι μονάχα θέμα τύχης. Είναι απόρροια πολύ μεγάλου κόπου, πόνου και μόχθου όλα αυτά τα χρόνια.

Κακές συνεργασίες έχεις συναντήσει στην πορεία σου μέχρι σήμερα;

Φυσικά, έχω συναντήσει πράγματα τα οποία δεν μου άρεσαν. Δεν μπορώ να ανεχτώ πολύ εύκολα καταστάσεις, που υποτιμούν τη δουλειά και την προσωπικότητα μου. Σίγουρα, δεν θα αντιδράσω ακραία και δεν θα τσακωθώ, απλώς θα κάνω λίγο πίσω, θα κάνω υπομονή και με την πρώτη ευκαιρία θα προσπαθήσω να απεμπλακώ από την όλη κατάσταση.

Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκες να τα παρατήσεις;

Συνεχώς υπάρχει αυτή η σκέψη και παράλληλα υπάρχει και μία φωνή που σου λέει να συνεχίσεις. Όπως και να έχει, μεγαλώνουμε και πρέπει να έχουμε κάποιες σταθερές, ενώ ο κόσμος γύρω μας καταρρέει. Ουσιαστικά, ποτέ δεν έχω σκεφτεί να το αφήσω. Θα το κυνηγήσω μέχρι τέλους και έχω κάποια πλανά στο μυαλό μου, για να μπορέσω να εξασφαλίσω την σταθερότητα που επιζητώ.

Το 2013 επισκέφθηκες τις ΗΠΑ και μαθήτευσες δίπλα στον γνωστό σκηνοθέτη Bob Wilson. Πως προέκυψε αυτό το ταξίδι και αυτή η γνωριμία;

Μόλις τελείωσε το πρώτο έτος, ήρθε ο Bob Wilson στο Εθνικό Θέατρο, για να ανεβάσει μία παράσταση. Ο ίδιος ζήτησε κάποια άτομα από την σχολή, για να γίνουν αντικαταστάτες ηθοποιοί στις πρόβες. Ουσιαστικά, δεδομένου, ότι είναι ένας σκηνοθέτης που δουλεύει με ιδιαίτερους φωτισμούς στις παραστάσεις του, η συμβολή μας ήταν απαραίτητη.

Για να φωτιστεί  ο κάθε ηθοποιός στις διάφορες θέσεις, θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί καθημερινά πάνω από 10 ώρες. Εφόσον αυτό ήταν ανέφικτο, παίρναμε την θέση των ηθοποιών στις πρόβες, για να ρυθμιστούν οι φωτισμοί. Η συνεργασία μας με αυτόν τον σκηνοθέτη, που κουβαλά στους ώμους του μία τεράστια ιστορία, ήταν ένα όνειρο. Εγώ ήμουν από εκείνους που το είχα δει πιο ένθερμα. Τότε μάλιστα δούλευα ως μπάρμαν για να μαζέψω τα χρήματα του χειμώνα.
Όταν έτυχε αυτή η παράσταση, παράτησα τα πάντα. Ήμουν εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Έτσι λοιπόν αναγνώρισε τον ζήλο μου, με καλούσε στα meeting και ενδιαφέρονταν για την γνώμη μου. Ύστερα, με προσκάλεσε στο camp που κάνει κάθε καλοκαίρι στην Νέα Υόρκη. Βρισκόμασταν σε έναν ονειρικό δικό του χώρο -σαν μουσείο- που περιλάμβανε ένα τεράστιο δάσος. Κάθε χρόνο μαζεύονταν εκεί, περίπου 40 καλλιτέχνες και έκαναν ο καθένας μία δική του παράσταση, σε συνδυασμό με σεμινάρια και διαλέξεις. Καθημερινά, οργανώναμε και ήμασταν υπεύθυνοι για την λειτουργία του χώρου, αφού χωριζόμασταν σε ομάδες, αναλαμβάνοντας συγκεκριμένους ρόλους.

Κατά την διάρκεια του προγράμματος είχα κάνει και μια δική μου παράσταση, την οποία είχα ονομάσει Humanity. Ουσιαστικά, μέσα στον χώρο αλλά και στο δάσος υπήρχαν διάφορες δράσεις, τις οποίες παρακολουθούσαν οι καλεσμένοι του Gala, καθώς περιηγούνταν.  Νοιώθω τυχερός που έζησα αυτή την εμπειρία, γιατί ήρθα σε επαφή και βρέθηκα κοντά σε σπουδαίους ανθρώπους, όπως ο Χιου Τζάκμαν ή η Lady Gaga.

Όλο το πρόγραμμα ήταν πληρωμένο και εμείς για ενάμιση μήνα -όσο διαρκούσε το πρόγραμμα- μέναμε σε ενοικιαζόμενες βίλλες στο Long Island. Κάθε δύο μέρες, κάθε βίλλα διοργάνωνε ένα πάρτυ. Μάλιστα, για να μπορούμε να συνεννοούμαστε κάθε σπίτι είχε το δικό του όνομα. Το δικό μας λέγονταν pastel house, λόγω του παστέλ χρώματος του.

Στο τέλος αυτής της εμπειρίας όλοι κρατήσαμε 1 ή 2 εβδομάδες κενό, για να κάνουμε διακοπές στο Manhattan. Τα παιδιά με τα οποία έκανα παρέα, προέρχονταν από ευκατάστατες οικογένειες. Συνεπώς, είχαν την δυνατότητα να υποστηρίξουν οικονομικά την παραμονή τους στο Manhattan. Εγώ είχα μόλις 320$ στην τσέπη μου για 15 μέρες. Έτσι, τους ενημέρωσα ότι δεν θα μπορούσα να ακολουθήσω τις διακοπές τους, αλλά θα έβρισκα κάποιο Hostel για να μείνω στη Νέα Υόρκη και θα δίναμε τα ανάλογα ραντεβού. Επισκέφθηκα λοιπόν τον Bob Wilson, ώστε να μου προτείνει κάποιο οικονομικό και ασφαλές μέρος για να μείνω. Εκείνος τότε, θα ταξίδευε στην Γερμανία για δουλείες και μου πρότεινε να μείνω στο σπίτι του στο Manhattan. Έμεινα λοιπόν στο υπερπολυτελές Loft του Bob Wilson, με θέα το Empire State Building. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια μου και τα ξανά-άνοιγα αναρωτιόμουν αν βρίσκομαι σε κάποιο παραμύθι.

Επίσης γνωρίζω ότι ασχολείσαι και με την μουσική. Πως λοιπόν μπαίνει αυτή η τέχνη στη ζωή σου;

Ναι, κατά κύριο λόγο γράφω κομμάτια. Από μικρός ασχολήθηκα με τη μουσική και γύρω στα 17 μου αποφάσισα να παίξω με την κιθάρα μου τα δικά μου τραγούδια. Μάλιστα έχω έτοιμα σε πλήρη μορφή κάποια τραγούδια, τα οποία θέλω να δώσω σε κάποιους καλλιτέχνες.

Τι μουσική ακούς;

Ακούω τα πάντα. Ελληνικά και ξένα. Τα μόνα είδη μουσικής που δεν μου αρέσουν είναι τo RnB, η House μουσική και τα trap κομμάτια. Ομολογουμένως, μου είναι αδύνατο να συλληφθώ, ότι η γενιά του 60 ή του 70 γαλουχήθηκε με τις μαγικές μουσικές του Μίκη Θεοδωράκη ή του Μάνου Χατζιδάκι και ότι οι αντίστοιχες σημερινές γενιές δεν είναι οικειοποιημένες σε τέτοια ακούσματα.

Δεδομένου, ότι είσαι ένας άνθρωπος αναγνωρίσιμος στο ευρύ κοινό, οι γυναίκες σε φλερτάρουν πιο έντονα;

Ναι σίγουρα είναι πιο έντονο. Όμως πάντοτε «έπαιζε» το φλερτ. Πλέον βέβαια είμαι και εγώ λίγο πιο προσεκτικός. Προσπαθώ να φυλάγομαι με την έννοια, ότι μπορεί και αυτή η αναγνωσιμότητα να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Πως θα χαρακτήριζες τον εαυτό σου στις προσωπικές σου σχέσεις;

Όσο περνάει ο καιρός γίνομαι όλο και πιο «ανοιχτός» με τους ανθρώπους και δένομαι πιο εύκολα. Είναι κάτι το οποίο προσπαθώ με τον καιρό να βελτιώσω, καθώς πιο μικρός ήμουν ιδιαίτερα ντροπαλός και πιο «κλειστός» σαν άνθρωπος. Πλέον έχω συνειδητοποιήσει, ότι βρισκόμαστε εδώ, γιατί πρέπει να ζήσουμε ουσιαστικά, αναπτύσσοντας επαφές με ανθρώπους, ισχυρούς δεσμούς και φιλίες.

Αν σου ζητήσω να μου πεις ένα ελάττωμα σου και ένα προτέρημα σου τι θα μου πεις;

Ένα ελάττωμα μου είναι το άγχος μου. Μπορώ να αγχωθώ ορισμένες φορές σε ακραίο βαθμό. Επίσης, είμαι αυστηρός κριτής του εαυτού μου, πάντοτε ζητάω περισσότερα από τον εαυτό μου και αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να μην απολαμβάνω τις στιγμές επιτυχίας.

Όσον αφορά τα προτερήματα, είμαι πολύ υπομονετικός και συγκαταβατικός.

Η δημιουργία οικογένειας είναι στα σχέδια σου;

Όχι άμεσα, μακροπρόθεσμα σίγουρα θα το ήθελα. Θα ήθελα να κάνω πολλά παιδιά, να έχω μία πολυμελή οικογένεια με 3-4 παιδιά.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;

Μου αρέσει πάρα πολύ η μεξικάνικη κουζίνα. Αν και δεν έχω θέμα με το φαγητό, μου αρέσει πολύ.

Μετά το τέλος της σειράς τι άλλο έχουμε να περιμένουμε από εσένα; Ετοιμάζεις κάτι θεατρικά;

Σχεδιάζω να κάνω μία δική μου παραγωγή μαζί με έναν φίλο και συνεργάτη μου. Είμαστε ακόμα στις συζητήσεις και επιθυμούμε να κάνουμε τις δικές μας, μικρές παράγωγες στο θέατρο και να παρουσιάσουμε τα έργα μας, όπως τα έχουμε οραματιστεί.

Κλείνοντας να σε ρωτήσω, τι σημαίνει για εσένα η υποκριτική;

Υποκριτική είναι μία ανάγκη έκφρασης. Ίσως είναι το οξυγόνο, σε έναν κόσμο ασφυκτικό. Είναι για εμένα ο τρόπος, για να ζήσω μία ζωή ευτυχισμένη.