Στα Άδυτα της ζωής ενός ηθοποιού

(Μια συνέντευξη με τον Γιώργο Παρτσαλάκη)

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χανιά, βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια, καθώς ένα θλιβερό γεγονός διατάραξε τις ισορροπίες στην οικογένεια του. Η απόφαση του, να ακολουθήσει την υποκριτική, ήταν κάτι σαν ένα ένστικτο και μια βαθιά επιθυμία, μια ανάγκη να επικοινωνήσει με τον κόσμο και να μεταδώσει την αγάπη και τις γνώσεις του, για το θέατρο. Θα έλεγε κάνεις, πως η καριέρα του και οι επερχόμενες επιτυχίες, ήταν η λύτρωση, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε.

Που γεννηθήκατε ;

Γεννήθηκα στη Νέα Χώρα των Χανίων στο σπίτι της μητέρας μου, ενώ το σπίτι του πατέρα μου, ήταν σε ένα χωριό των Χανίων, στα Καλουδιανά Κισάμου. Γεννήθηκα εκεί, διότι ο πατέρας μου, είχε φύγει από το χωριό τότε, για να πάει στα Χανιά, έτσι ώστε να κάνει μία δουλειά δική του. Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου απέτυχε επιχειρηματικά και γύρισε στο χωριό. Ουσιαστικά, γεννήθηκα εγώ και μετά από ένα-δύο χρόνια φύγαμε και πήγαμε στο χωριό, οπού και εκεί μεγάλωσα.

Ζήσατε ανέμελα παιδικά χρόνια; Πως ήταν η παιδική σας ηλικία;

Δυστυχώς, για εμένα δεν υπήρξαν ανέμελα χρόνια. Συνέβη ένα γεγονός πολύ σκληρό, για ένα παιδί 10 χρονών, καθώς έφυγε η μητέρα μου από τη ζωή. Αποτέλεσμα, ήταν τα παιδικά μου χρόνια, να γίνουν πάρα πολύ σκληρά, διότι στην Κρήτη, ο θάνατος είναι μία πολύ δύσκολη περίπτωση. Όλο αυτό, το βίωσα μαρτυρικά, θα έλεγα. Ο πατέρας μου, έμεινε μόνος του με 4 παιδιά. Μέχρι και το 1991, που έφυγε από τη ζωή, μας φρόντισε και τους τέσσερις, με όλη του τη δύναμη και για αυτό του χρωστάω τα πάντα. Λόγω αυτού του γεγονότος φυσικά, αναγκαστήκαμε να εργασθούμε και τα τέσσερα αδέλφια πολύ σκληρά, θα έλεγα ότι εργάζομαι από την στιγμή που γεννήθηκα.

Τελειώνοντας το σχολείο είχατε αποφασίσει για την πορεία και το μέλλον σας, ή ήταν κάτι που προέκυψε τυχαία;

Όχι, η αλήθεια είναι, ότι δεν είχα τίποτα τέτοιο στο μυαλό μου. Ο πατέρας μου και ο αδελφός μου είχαν στο μυαλό τους, να κάναμε μία δουλεία μαζί, επομένως με αυτό το σκεπτικό ανέβηκα και εγώ στην Αθήνα. Ζορίστηκα πολύ ανεβαίνοντας στην Αθήνα, διότι αναγκάστηκα μαζί με τον γαμπρό μου , να κάνω οικοδομικές εργασίες, καθώς χρήματα δεν υπήρχαν. Ξεκίνησα, να λατρεύω την υποκριτική,έχοντας στο μυαλό μου κάποιες ταινίες, που παίζονταν εκείνη την εποχή. Συνειδητοποίησα, ίσως από επιφοίτηση, ότι αυτό ήταν κάτι που με έκανε να νοιώθω καλά. Έτσι, άρχισα σιγά-σιγά, να πηγαίνω στο θέατρο μόνος μου, καθημερινά. Για μένα ήταν μία λύτρωση. Βέβαια, μετά από χρόνιά συνειδητοποίησα, ότι ο χαμός της μητέρας μου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση μου, να ακολουθήσω την υποκριτική. Για πολλά χρόνια το σπίτι μου, ήταν η προσωποποίηση ενός νεκροταφείου. Θέλοντας να πνίξω μέσα μου, αυτή την κατάσταση, άρχισα, στο χωριό, όπου γλέντι και χορός, να βρίσκομαι στημέση. Με αυτό τον τρόπο γινόμουν για λίγο ευτυχισμένος και συνειδητοποιούσα, ότι και οι άλλοι άνθρωποι περνούσαν καλά. Έτσι λοιπόν, αυτό το «πάρε – δώσε», το έκανα επάγγελμα. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία αφετηρία, όταν αποφασίζουμε να κάνουμε κάτι, ο πυρήνας αυτής της αφετηρίας, ήταν για εμένα, η απώλεια την μητέρας μου.

Ποιες σπουδές ακολουθήσατε;

Βρέθηκα στη δραματική σχολή του Κατσέλη το 1971 και το 1973 αποφοίτησα.

Είχατε τη στήριξη και τη βοήθεια κάποιου προσώπου, καθ΄ όλη τη διάρκεια της πορείας σας ;

Ναι, είναι ένας άνθρωπος από το χωριό μου, ο οποίος δυστυχώς έχει φύγει από τη ζωή. Όταν του είπα πρώτη φορά «Θέλω να γινώ ηθοποιός», μου απάντησε «Μην τυχόν κωλώσεις και κάνεις πίσω. Αυτό που σκέφτεσαι, αυτό να κάνεις». Αυτός ο άνθρωπος με στήριξε αφάνταστα, του χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ και ελπίζω να το ακούει από εκεί ψηλά. Το όνομα του, ήταν Αντώνης.

Πόσο σας δυσκόλεψε το γεγονός, ότι αποφασίσατε να δραστηριοποιηθείτε στο χώρο της υποκριτικής, μέσα σε μία εποχή, όπου έζησαν τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα ονόματα του θεάτρου, στην Ελλάδα ;

Αυτό ήταν και η ευτυχία. Βρέθηκα με σπουδαίους ανθρώπους και ήμουν πολύ τυχερός, γιατί μόνο μπορούσα, να κερδίσω πράγματα από αυτούς. Για εμένα, το θέατρο, είναι οι ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου, έξω βέβαια από τις στιγμές που έχουν σχέση με τα δύο μου παιδιά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, ούτε αναμετρήθηκα με κανέναν, ούτε προσπάθησα ποτέ, να ξεπεράσω κανέναν. Στόχος μου ήταν, να λυτρωθώ εγώ, πάνω στη σκηνή και να είμαι ευτυχισμένος. Μάλιστα, ο Ελύτης λέει κάπου «Ο καθείς και τα όπλα του». Έτσι, για εμένα η εποχή που δραστηριοποιήθηκα στο θέατρο, ήταν μόνο ευλογία.

Ποια ήταν η πρώτη εμφάνιση σας στο θέατρο ;

Η πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1973, στο κλασσικό θέατρο Ρόδου. Εκεί γίνονταν κάποιες παραστάσεις αρχαίου δράματος, ο «Οιδίπους Τύραννος» και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Σε αυτές τις παραστάσεις, εγώ συμμετείχα στον χορό.

Αλήθεια, πως προέκυψαν και οι επόμενες συνεργασίες σας, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο ;

Μετά από αυτές τις παραστάσεις στη Ρόδο, με κάλεσε η πατρίδα, τον Οκτώβρη του 1973, να υπηρετήσω και μακροημέρευσα πολύ στο στράτευμα, καθώς πέρασαν 28 μήνες, για να απολυθώ. Τον Φλεβάρη του 1976, βρέθηκα στην Αθήνα πολίτης και πήγα στον δάσκαλο μου, τον Κατσέλη, προκείμενου, να με βοηθήσει να προχωρήσω επαγγελματικά στο θέατρο. Ο Κατσέλης και η γυναίκα του, είναι δύο άνθρωποι, που πίστεψαν πάρα πολύ σε εμένα και στις δυνατότητες μου. Τον καιρό εκείνο, γίνονταν στο θέατρο Κρήτης μια παράσταση, η «Πανώρια» του Βολτάτζη. Με διάφορες αλλαγές, που έγιναν στη διανομή, βρέθηκα από εκεί, που ήταν να κάνω έναν ιερέα με μια σελίδα κείμενο, να κάνω τον έναν, από τους δύο βασικούς αντρικούς ρόλους. Τον Ιούνιο του 1976, κάναμε πρεμιέρα στο Ρέθυμνο και όλοι σχολίασαν και εκτίμησαν τη δουλειά μου. Νοιώθω υπερήφανος, που αυτό που έκανα, το έκανα καλά, και που το αντιλαμβάνονταν.

Θεωρείτε, ότι υπήρξε κάποιο θεατρικό έργο, κάποια κινηματογραφική ταινία, η τηλεοπτική σειρά, που να στιγμάτισε, τόσο την  καριέρα σας, όσο και εσάς τον ίδιο σαν άνθρωπο;

Η καριέρα μου στιγματίστηκε από την πρώτη μου παράσταση την «Πανωρια» του Βολτάτζη, η οποία ήταν ουσιαστικά η 3η , γιατί αρχικά είχα πάει στην Ρόδο. Όταν η παράσταση ανέβηκε, από την Κρήτη, όπου αρχικά παίζονταν, στον Λυκαβηττό βρέθηκα ανάμεσα σε ονόματα, που είναι η προσωποποίηση ολόκληρου του ελληνικού θεάτρου, ο Πέλος Κατσέλης, η Αλέκα Κατσέλη, ο Μάνος  Κατράκης, ο Αλέξης Μινωτής και άλλοι. Μάλιστα, ο Μινωτής που ήταν διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, είπε ορισμένα ιδιαίτερα κολακευτικά πράγματα για εμένα. Έτσι λοιπόν, βρέθηκα στο Εθνικό Θέατρο και ξεκίνησα μια ακόμα σπουδαία συνεργασία. Αυτό, ήταν το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή μου και οφείλεται στον Μιχάλη τον Κούκλη, που σκηνοθέτησε το έργο. Με τι αλλαγές, που έκανε στη διανομή, ρίσκαρε, μου έδωσε την ευκαιρία και με έβγαλε στο προσκήνιο, με αποτέλεσμα να βρεθώ για 15 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο, να παίξω στην Επίδαυρο σπουδαία έργα και τελικά οτιδήποτε είμαι, σαν ηθοποιός, να το χρωστώ σε αυτή την παράσταση. Φυσικά όλα αυτά, κακά τα ψέματα, είναι και θέμα τύχης, βρέθηκα την στιγμή που έπρεπε, στο σωστό σημείο.

Κάποια στιγμή μπήκε στη ζωή σας και το επιχειρηματικό κομμάτι, καθώς ανοίξατε ένα κρητικό εστιατόριο στη Γλυφάδα; Πως πήρατε αυτή την απόφαση, δεδομένου του τεράστιου ρίσκου, που ενέχουν τέτοιες επιχειρηματικές κινήσεις.

Είμαι ένας άνθρωπος, που έχω μεράκι για κάποια πράγματα, με την Κρήτη είμαι πολύ δεμένος, έχω τρελά. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο αποφάσισα, το 2008, να φέρω την Κρήτη στην Αθήνα, ανοίγοντας ένα απολύτως κρητικό εστιατόριο. Η αλήθεια είναι, ότι είμαι υπερβολικός σε όλες μου τις εκφράσεις και εκφάνσεις, έτσι το έκανα πολύ μεγάλο, δίνοντας πάρα πολλά χρήματα. Επειδή, όμως δεν έχω καμία σχέση με το επιχειρείν και έπεσα στην εποχή των μνημονίων και της οικονομικής καταστροφής της Ελλάδας, διαλυθήκαν τα πάντα. Για εμένα δεν πτώχευσα εγώ, αλλά η Ελλάδα. Εκείνη λοιπόν την περίοδο αποφάσισα, ότι θέλω να φύγω στην Κρήτη, γιατί δεν άντεχα άλλο την πίεση. Ήταν λάθος μου, να κάνω αυτή την επιχειρηματική κίνηση, δεν είχα κανένα λόγο. Παρ’ όλα αυτά νοιώθω υπερήφανος για αυτό που έκανα, το έκανα με πολλή αγάπη.

Πως αποφασίσατε να επιστρέψετε και πάλι στην Αθήνα ;

Κάποια στιγμή κουράστηκα εκεί, δεν ήθελα να μείνω άλλο στο χωριό, ήθελα να επιστρέψω στη δουλειά μου. Ανέβηκα λοιπόν στην Αθήνα, έκανα ένα τηλεφώνημα με τον Μανώλη τον Μανουσάκη, ξεκίνησα μια θεατρική παράσταση στον Ακάδημο και από εκεί και πέρα, ξεκίνησαν και πάλι οι παραστάσεις στη ζωή μου.

Θα ήθελα να μου πείτε λίγα λόγια για τη συμμετοχή σας στο «Τατουάζ» μετά από αρκετά χρόνια αποχής από την τηλεόραση, αλλά και για τη συνεργασία σας με τον Α. Γεωργίου;

Αυτή η συνεργασία ξεκίνησε, καθώς είχα βρεθεί στην εκπομπή «The 2night show» του Γρηγόρη Αρναούτογλου. Εκεί, με βρήκε ο Κούλης Νικολάου, που είχε αναλάβει και την παραγωγή του «Τατουάζ» και με αυτό τον τρόπο, ξεκίνησε η συνεργία μας, η οποία κράτησε 2 χρόνια με αυτή τη σειρά.

Ποια είναι τα σχέδια σας για τη νέα σεζόν και οι ελπίδες σας για το μέλλον, όσον  στο χώρο του θεάτρου στην Ελλάδα, αλλά και όσον αφορά την ζωή σας;

Έχω ήδη ξεκινήσει τα γυρίσματα μιας άλλης σειράς, επίσης με τον Κούλη Νικολάου στην παραγωγή, τον Ανδρέα Γεωργίου στην σκηνοθεσία και την Βάνα Δημητρίου στο σενάριο. Η σειρά αυτή ονομάζεται «Οκτώ Λέξεις» και ξεκινάει 8 Σεπτεμβρίου στον ΣΚΑΪ. Επίσης, έχω ξεκινήσει πρόβες για το θέατρο Αλάμπρα, το οποίο ξαναφτιάχνεται εκ θεμελίων και θα χωρά τουλάχιστον 400 ανθρώπους. Εκεί λοιπόν με τη Βάσια Παναγοπούλου, θα κάνουμε το «Ξενοδοχείο Παράδεισος» του

του Ζορζ Φεϊντό.

Τι σημαίνει για εσάς το θέατρο;

Το θέατρο είναι Πολιτισμός, τέχνη επικοινωνίας και μια σημαντική υπόθεση για την κοινωνία.

Ποιο είναι για εσάς το μυστικό της επιτυχίας, ενός καλού ηθοποιού;

Εάν κάποιος νοιώθει την ανάγκη, να δώσει μέσα από την ψυχή του πράγματα, που θα κάνουν άλλους ανθρώπους χαρούμενους και ευτυχισμένους, ή θα τους κάνουν να σκεφθούν περισσότερο, μπορεί να ακολουθήσει το θέατρο, γιατί το θέατρο, είναι η κατεξοχήν τέχνη της επικοινωνίας. Αν κάποιος θέλει να γίνει ηθοποιός, για να γίνει αναγνωρίσιμος ή γιατί θέλει βγάλει χρήματα, αυτά είναι πράγματα που δεν αφορούν το θέατρο, αφορούν προσωπικές συμπεριφορές, που πολλές φορές φτάνουν σε γελοιότητες. Η τηλεόραση, έχει αλλοιώσει αρκετά τα πράγματα. Αδιαμφισβήτητα, είναι ένα μέσο σπουδαίο και σημαντικό, αλλά είναι και επικίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια, η τηλεόραση έχει καλύψει τα πάντα, και γίνονται πολλά πράγματα, που δεν είναι σοβαρά. Μόνο το θέατρο μπορεί, να οικοδομήσει έναν ηθοποιό, τα χιλιόμετρα πάνω στη σκήνη, ένας λόγος, ένα κείμενο.

Για εμένα, αν στη ζωή σου θεωρείς, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο και το θέατρο, είναι το μοναδικό, που μπορείς να κάνεις, τότε να το κάνεις. Είτε αποτύχεις, είτε πέτυχες, δεν έχει καμία σημασία, έχεις δικαίωμα και στα δυο.

Η Ελληνίδα υψίφωνος με την κρυστάλλινη φωνή

(Μια συνέντευξη με την κυρία Χριστίνα Πουλίτση)

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στον μαγικό κόσμο της μουσικής, μπήκε από την πολύ μικρή της ηλικία. Η μουσική για εκείνη, είναι κάτι αλληλένδετο, με τη γέννηση της. Έτσι λοιπόν, περιτριγυρισμένη από μελωδίες, ολοκληρώνοντας τα σχολικά της χρόνια, σπούδασε Μουσικολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει πάρει τις υποτροφίες «Μαρία Κάλλας» και «Αλεξάνδρα Τριάντη», ενώ κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό «Νίκο Ντόσταλ» στην Βιέννη. Το μάστερ της στην όπερα, πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου.

Η φωνή της, έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και κάθε φορά φροντίζει να μαγεύει το κοινό της. Βρίσκεται ανάμεσα στις καλύτερες ερμηνεύτριες -σε παγκόσμιο επίπεδο- , της «Βασίλισσας της Νύχτας» στην όπερα «Ο Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ. Τον ρόλο, τον έχει τραγουδήσει στα πιο σπουδαία θέατρα, τη Βασιλική Όπερα Λονδίνου, το Θέατρο Μπολσόι της Μόσχας, στο Παρίσι, στο Τόκυο, στο Αμβούργο, στο Βερολίνο, στη Βαρκελώνη, στο Σιάτλ, στη Σανγκάη κτλ. Είναι στενή συνεργάτιδα του διάσημου μαέστρου, και «γκουρού» της όπερας, Ζούμπιν Μέτα και Τζιαναντρέα Νοζέντα, καθώς και του Αυστραλού σκηνοθέτη Μπάρυ Κόσκι. Το 2013, έλαβε το Βραβείο της καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης Καλλιτέχνιδας, από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, τιμώμενη για την ερμηνεία της, ως «Τζίλντα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

Το πείσμα, η τόλμη, το ταλέντο, αλλά και το πάθος της για τη μουσική, δεν την απογοήτευσαν ποτέ. Αν έχει μάθει κάτι, είναι να χαμογελά πλατιά, όταν η ζωή είναι γλυκιά και όταν είναι πικρή, να μαθαίνει και όχι να λυπάται.

​​

Πότε και πως καταλάβατε το ταλέντο σας και την αγάπη σας για το τραγούδι;

Μου έβγαινε πάρα πολύ φυσικά, η έκφραση μέσω του τραγουδιού. Έχω δει βίντεο, που ήμουν πιο μικρή από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου και ήδη τραγουδούσα. Από πολύ μικρή λοιπόν γνώριζα, ότι οπωσδήποτε θα ακολουθούσα τον δρόμο της μουσικής.

Πως φύγατε για το εξωτερικό; Πάντα η αποχώρηση από την πατρίδα, τους συγγενείς και τους φίλους είναι μια δύσκολη υπόθεση, πως λοιπόν προσαρμοστήκατε στο νέο περιβάλλον;

Στον δικό μου τομέα, ανεξάρτητα από την ελληνική κρίση, το εξωτερικό είναι μονόδρομος. Η κλασσική μουσική, δεν είναι ελληνική παράδοση και το εκπαιδευτικό σύστημα, όσον αφορά τη μουσική, δεν είναι τόσο υψηλό, όσο είναι στο εξωτερικό. Επομένως, όταν κάποιος θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά, θα πρέπει να πάει κυρίως έξω, να σπουδάσει. Εγώ, ήθελα να φύγω από τα 18, αλλά οι γονείς μου, δεν με αφήσαν τότε, μου είπαν να τελειώσω ένα πτυχίο στην Ελλάδα. Έπειτα, καταφέρνοντας να πάρω την υποτροφία «Μαρία Κάλλας», πήγα στο εξωτερικό. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Από παιδί μου αρέσαν πάρα πολύ τα ταξίδια. Ήμουν πάντα ανεξάρτητη και είχα εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μου. Επομένως, το να μείνω μόνη σε μια ξένη χώρα, πιο πολύ χαρά μου προκαλούσε, παρά αγωνία και φόβο.

​​

Πως προέκυψε, η πρώτη σας παράσταση;

Στο τέλος του πρώτου έτους -από τα δύο που βρισκόμουν στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου, για το Μάστερ μου- ξεκίνησα τις ακροάσεις, για να πάρω την εμπειρία. Στην δεύτερη λοιπόν ακρόαση, μου πρότειναν ένα συμβόλαιο σε ένα μικρό θέατρο στη Δρέσδη. Έτσι αποφάσισα, παράλληλα με τις σπουδές μου, να ξεκινήσω να δουλεύω σε αυτό το θέατρο. Εκεί, δεν θα έλεγα, ότι ήταν η πρώτη μου παράσταση. Αυτή που θεωρώ, ως πρώτη και ως κομβικό σημείο, για την εξέλιξη της καριέρας μου, ήταν στην Όπερα Ζέμπερ -στην κρατική όπερα της Δρέσδης-  όπου ο Ζούμπιν Μέτα, έγραψε μία συστατική επιστολή για εμένα.

Πως συνεχίστηκε η πορεία σας και πως η μία παράσταση διαδέχτηκε την άλλη;

Εγώ είχα την τύχη να ξεκινήσω με έναν ρόλο, τον ρόλο της «Βασίλισσας της Νύχτας» από τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ, ο οποίος είναι ένας πολύ δύσκολος ρόλος και δεν υπάρχουν πολλοί στον κόσμο, που μπορούν να τον ερμηνεύουν σε επαγγελματικό επίπεδο. Επομένως, αυτός ο ρόλος από μόνος του, μου άνοιξε πολλές πόρτες. Τραγουδώντας στο ένα θέατρο, ξεκίνησαν να έρχονται οι προτάσεις και για τα υπόλοιπα. Έτσι, το όνομα μου έγινε όλο και πιο γνωστό. Φυσικά, η συνεργασία μου με τον Ζούμπιν Μέτα, υπήρξε καθοριστική, έκτοτε έχω συνεργαστεί πολλές φορές μαζί του, αλλά και η γνωριμία μου, μέσω αυτού με την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, με έφερε σε επαφή με τον Τζιαναντρέα Νοζέντα. Επομένως, μέσα από τη δουλειά σου γίνεσαι γνωστός.

Πως προέκυψε η συνεργασία σας, με τον κορυφαίο μαέστρο Ζούμπιν Μέτα;

Όταν έκανα ακρόαση για εκείνον στο Μόναχο, ενθουσιάστηκε και προσφέρθηκε, να γράψει μία συστατική επιστολή για εμένα, στην κρατική όπερα της Δρέσδης. Έκτοτε, πάντα ρωτούσε και ήθελε, να μάθει για την πρόοδο μου. Σε μία δεύτερη ακρόαση, που έκανα για εκείνον, μου προσέφερε τον ρόλο της «Τζίλντα» στο Teatro del Maggio Musicale Fiorentino, στη Φλωρεντία, υπό τη διεύθυνση του. Εκεί, μου είπε, ότι έχει κληθεί να κάνει συναυλία, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εγώ του απάντησα, πως αυτή τη συναυλία θα πρέπει, να την κάνουμε μαζί. Εκείνη τη στιγμή δεν μου απάντησε, αλλά στα χειροκροτήματα και στην υπόκλιση της πρεμιέρας μας, μου λέει «ποιες άριες θα πεις στη συναυλία στην Αθήνα». Έτσι, κλείσαμε το ραντεβού για την επόμενη μας συνεργασία. Στην ουσία με αυτή τη συναυλία, στο Μέγαρο Μουσικής, συστήθηκα στο ελληνικό κοινό. Η συνεργασία μου, με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ιστραήλ, την οποία διευθύνει, ήταν έρωτας κεραυνοβόλος.

Τραγουδώντας τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ, πως καταφέρνετε να συνδυάζετε όλες αυτές τις τεχνικές; Είναι καθαρά θέμα ταλέντου;

Δεν είναι αποκλειστικά θέμα ταλέντου. Η όπερα γενικώς και ειδικότερα ο συγκριμένος ρόλος, προϋποθέτει μία φυσική άνεση, αλλά χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά, για να αποκτήσει κανείς, μία πολύ γερή τεχνική. Αυτός ο ρόλος είναι πολύ τεχνικός και αθλητικός. Θα πρέπει, να είσαι πολύ συγκεντρωμένος, σε πολύ καλή φυσική κατάσταση και να έχεις γερά νεύρα, γιατί σε εκθέτει πάρα πολύ. Οφείλεις, να μένεις ήρεμος και ικανός σε κάθε περίπτωση. Είναι ένας ρόλος, που μπορεί είτε να απογειώσει μια καριέρα, είτε να την καταστρέψει. Εγώ λέω, ότι είναι ευχή και κατάρα, γιατί σου ανοίγει πάρα πολλές πόρτες, αλλά από την άλλη σου μπαίνει η ταμπέλα του ρόλου. Τον παρομοιάζω, με τον ρόλο του James Bond. Το κοινό, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί τον James Bond σε κάποια άλλη ταινία. Εγώ, έχω καταφέρει να περάσω σε νέο ρεπερτόριο και να κάνω καινούργιους ρόλους, όπως η «Τζίλντα», η «Αμίνα» που κάνω τώρα, και άλλοι.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες, που αντιμετωπίσατεκαθ΄ όλη τη διάρκεια της καριέρας σας και πως τις αντιμετωπίσατε;

Φεύγοντας για το εξωτερικό και έχοντας πάρει την υποτροφία «Μαρία Κάλλας» έπρεπε να βρω μια δασκάλα ή ένα δάσκαλο, στο εξωτερικό. Στην πρώτη μου επαφή, στη Βιέννη, η δασκάλα μου είπε «Είσαι άσχετη, είσαι άμουση, δεν έχεις κανένα ταλέντο. Επομένως, γύρνα στην Ελλάδα και γίνε γραμματέας». Στη δεύτερη προσπάθειά μου, στο Βερολίνο, όταν έδωσα εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, με έκοψαν από τον πρώτο κύκλο, λέγοντας μου «Δεν πληροίς καμία προϋπόθεση, για να κάνεις αυτό το επάγγελμα» Βέβαια, όλα συνέβησαν για καλό, καθώς βρήκα μία εξαιρετική δασκάλα στο Βερολίνο. Κατάφερα, να δώσω εξετάσεις για το Master μου και η ζωή μου απέδειξε, ότι όλες οι δυσκολίες, έχουν συμβεί για κάποιο λόγο. Τελικά, όλα με έχουν πάει ένα σκαλί πιο πάνω, από αυτό που είχα σχεδιάσει.

Πως αντιμετωπίζετε τον ανταγωνισμό στον χώρο;

Ο ανταγωνισμός είναι πάρα πολύ μεγάλος. Ειδικά στις μέρες μας, έχει αυξηθεί πάρα πολύ, με τις πάρα πολύ εύκολες μετακινήσεις. Εγώ, αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι, ότι όλοι προσπαθούμε για το ίδιο πράγμα και όλοι θέλουμε το καλύτερο δυνατό, για τον εαυτό μας. Εγώ, κοιτάω να ανταγωνίζομαι τον ίδιο μου τον εαυτό, να γίνομαι δηλαδή κάθε μέρα καλύτερη. Άλλωστε, αν κάποιος πιστεύει στον εαυτό του και στις δυνάμεις του, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Είναι πολύ πιο σημαντικό, να επενδύεις και να νοιώθεις σίγουρος για τον εαυτό σου, να κάνεις το καλύτερο δυνατό που μπορείς και από εκεί και πέρα, ο Θεός αποφασίζει.

Πως αντιμετωπίζετε τα σκληρά σχόλια;

Στο δικό μας το χώρο υπάρχει, το εξής οξύμωρο σχήμα. Από τη μία, ως καλλιτέχνης, πρέπει να είσαι πάρα πολύ ευαίσθητος, έτσι ώστε να εκφράζεις , την ευγένεια της ψυχής σου στη σκήνη. Από την άλλη, πρέπει να έχεις πολύ γερό στομάχι, γιατί είσαι στο κέντρο της κριτικής. Ο καθένας εκφράζει την άποψη του και αυτό είναι πολύ ευχάριστο, αρκεί να γίνεται με σεβασμό, ως προς τα άτομα που βρίσκονται στη σκηνή. Έχω ξεκινήσει εδώ και αρκετά χρονιά, ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης, έτσι ώστε, να γνωρίζω ποια είμαι και τι θέλω. Από εκεί και πέρα, μπορώ να διακρίνω, πότε τα σχόλια είναι κακοπροαίρετα και πότε καλοπροαίρετα. Θέλω, να χρησιμοποιώ την καλή κριτική, για να γίνομαι καλύτερη και να αποστασιοποιούμαι από την κακή κριτική, για να προστατεύσω τον εαυτό μου.

Σε δηλώσεις σας, έχετε πει «Πριν από κάποια χρόνια, άρχισα να κατανοώ, ότι όταν η ζωή είναι γλυκιά πρέπει να χαμογελάμε και όταν είναι πικρή να μαθαίνουμε και όχι να λυπούμαστε». Αλήθεια, πως καταφέρνετε, να φέρνετε σε ισορροπία το συναίσθημα της λύπης; Πως καταφέρατε, μετά από έναν αριθμό απρόσμενων απογοητεύσεων στο εξωτερικό, να επιμείνετε στα όνειρα σας και να δείξετε πίστη στο δώρο, που σας έδωσε η ζωή, στη φωνή σας;

Θυμάμαι, όταν ήμουν στο σχολείο μαθαίναμε για τους αρχαίους Αθηναίους. Είχα διαβάσει, πως οι αρχαίοι Αθηναίοι καλοδέχονταν τη λύπη. Αναρωτιόμουν, πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι άσχημο και να μην στεναχωριέσαι. Αυτή την απάντηση την πήρα, μετά από πολλά χρόνια. Είδα, ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή, δεν υπάρχει λόγος για να μεμψιμοιρούμε και να σκεφτόμαστε, πόσο στραβά μας πηγαίνουν τα πράγματα. Είναι σωστό, όταν τα πράγματα μας πηγαίνουν ωραία, να τα απολαμβάνουμε. Άλλωστε για αυτό το λόγο πασχίζουμε. Όμως, όταν δεν μας πηγαίνουν καλά, αντί να εστιάζουμε στα αρνητικά, καλό θα είναι να επικεντρωθούμε στη λύση. Στην ουσία, δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν πάντα ευκαιρίες για να μάθουμε.

Τι θέλετε να προσφέρετε στον κόσμο, μέσα από το τραγούδι και τη φωνή σας;

Η μουσική έχει μία δύναμη, που θα τη ζήλευαν ακόμα και οι ηγέτες. Είναι η δύναμη, να διαπερνά την ψυχή του ανθρώπου. Θα ήθελα πολύ, να αξιοποιήσω αυτή τη δύναμη. Με το να γίνομαι εγώ, όλο και καλύτερος άνθρωπος και καταφέρνοντας να αποταυτιστώ, από τους φόβους, τα όρια και τις αδυναμίες μου, θέλω να βρεθώ στη σκηνή, παρουσιάζοντας την πραγματική μου αλήθεια και το βάθος της ψυχής μου. Θέλω να καταφέρω να μεταδώσω, μέσα από την ισχύ της μουσικής, κάτι σαν «βάλσαμο» για τις ψυχές του κοινού. Οι άνθρωποι έρχονται στο θέατρο, για να ζήσουν μια εμπειρία, να ξεχάσουν την καθημερινότητα τους,να πάρουν τροφή προς σκέψη. Ο στόχος μας, ως καλλιτέχνες, είναι να κάνουμε τον κόσμο, να δει την πραγματικότητα και τη ζωή από μία άλλη πλευρά.

Τι θα συμβουλεύατε τα παιδιά, που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ένα όνειρο σαν και το δικό σας ;

Θα τους συμβούλευα κάτι, που είχε πει ο Theodore Roosevelt (Θεόδωρος Ρούζβελτ), «Να έχεις τα μάτια σου στα αστέρια και τα πόδια σου στο πάτωμα»