(Μια συνέντευξη με τον Γιώργο Παρτσαλάκη)
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Χανιά, βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια, καθώς ένα θλιβερό γεγονός διατάραξε τις ισορροπίες στην οικογένεια του. Η απόφαση του, να ακολουθήσει την υποκριτική, ήταν κάτι σαν ένα ένστικτο και μια βαθιά επιθυμία, μια ανάγκη να επικοινωνήσει με τον κόσμο και να μεταδώσει την αγάπη και τις γνώσεις του, για το θέατρο. Θα έλεγε κάνεις, πως η καριέρα του και οι επερχόμενες επιτυχίες, ήταν η λύτρωση, για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε.
Που γεννηθήκατε ;
Γεννήθηκα στη Νέα Χώρα των Χανίων στο σπίτι της μητέρας μου, ενώ το σπίτι του πατέρα μου, ήταν σε ένα χωριό των Χανίων, στα Καλουδιανά Κισάμου. Γεννήθηκα εκεί, διότι ο πατέρας μου, είχε φύγει από το χωριό τότε, για να πάει στα Χανιά, έτσι ώστε να κάνει μία δουλειά δική του. Κάποια στιγμή, ο πατέρας μου απέτυχε επιχειρηματικά και γύρισε στο χωριό. Ουσιαστικά, γεννήθηκα εγώ και μετά από ένα-δύο χρόνια φύγαμε και πήγαμε στο χωριό, οπού και εκεί μεγάλωσα.
Ζήσατε ανέμελα παιδικά χρόνια; Πως ήταν η παιδική σας ηλικία;
Δυστυχώς, για εμένα δεν υπήρξαν ανέμελα χρόνια. Συνέβη ένα γεγονός πολύ σκληρό, για ένα παιδί 10 χρονών, καθώς έφυγε η μητέρα μου από τη ζωή. Αποτέλεσμα, ήταν τα παιδικά μου χρόνια, να γίνουν πάρα πολύ σκληρά, διότι στην Κρήτη, ο θάνατος είναι μία πολύ δύσκολη περίπτωση. Όλο αυτό, το βίωσα μαρτυρικά, θα έλεγα. Ο πατέρας μου, έμεινε μόνος του με 4 παιδιά. Μέχρι και το 1991, που έφυγε από τη ζωή, μας φρόντισε και τους τέσσερις, με όλη του τη δύναμη και για αυτό του χρωστάω τα πάντα. Λόγω αυτού του γεγονότος φυσικά, αναγκαστήκαμε να εργασθούμε και τα τέσσερα αδέλφια πολύ σκληρά, θα έλεγα ότι εργάζομαι από την στιγμή που γεννήθηκα.
Τελειώνοντας το σχολείο είχατε αποφασίσει για την πορεία και το μέλλον σας, ή ήταν κάτι που προέκυψε τυχαία;
Όχι, η αλήθεια είναι, ότι δεν είχα τίποτα τέτοιο στο μυαλό μου. Ο πατέρας μου και ο αδελφός μου είχαν στο μυαλό τους, να κάναμε μία δουλεία μαζί, επομένως με αυτό το σκεπτικό ανέβηκα και εγώ στην Αθήνα. Ζορίστηκα πολύ ανεβαίνοντας στην Αθήνα, διότι αναγκάστηκα μαζί με τον γαμπρό μου , να κάνω οικοδομικές εργασίες, καθώς χρήματα δεν υπήρχαν. Ξεκίνησα, να λατρεύω την υποκριτική,έχοντας στο μυαλό μου κάποιες ταινίες, που παίζονταν εκείνη την εποχή. Συνειδητοποίησα, ίσως από επιφοίτηση, ότι αυτό ήταν κάτι που με έκανε να νοιώθω καλά. Έτσι, άρχισα σιγά-σιγά, να πηγαίνω στο θέατρο μόνος μου, καθημερινά. Για μένα ήταν μία λύτρωση. Βέβαια, μετά από χρόνιά συνειδητοποίησα, ότι ο χαμός της μητέρας μου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση μου, να ακολουθήσω την υποκριτική. Για πολλά χρόνια το σπίτι μου, ήταν η προσωποποίηση ενός νεκροταφείου. Θέλοντας να πνίξω μέσα μου, αυτή την κατάσταση, άρχισα, στο χωριό, όπου γλέντι και χορός, να βρίσκομαι στημέση. Με αυτό τον τρόπο γινόμουν για λίγο ευτυχισμένος και συνειδητοποιούσα, ότι και οι άλλοι άνθρωποι περνούσαν καλά. Έτσι λοιπόν, αυτό το «πάρε – δώσε», το έκανα επάγγελμα. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε μία αφετηρία, όταν αποφασίζουμε να κάνουμε κάτι, ο πυρήνας αυτής της αφετηρίας, ήταν για εμένα, η απώλεια την μητέρας μου.
Ποιες σπουδές ακολουθήσατε;
Βρέθηκα στη δραματική σχολή του Κατσέλη το 1971 και το 1973 αποφοίτησα.
Είχατε τη στήριξη και τη βοήθεια κάποιου προσώπου, καθ΄ όλη τη διάρκεια της πορείας σας ;
Ναι, είναι ένας άνθρωπος από το χωριό μου, ο οποίος δυστυχώς έχει φύγει από τη ζωή. Όταν του είπα πρώτη φορά «Θέλω να γινώ ηθοποιός», μου απάντησε «Μην τυχόν κωλώσεις και κάνεις πίσω. Αυτό που σκέφτεσαι, αυτό να κάνεις». Αυτός ο άνθρωπος με στήριξε αφάνταστα, του χρωστώ ένα μεγάλο ευχαριστώ και ελπίζω να το ακούει από εκεί ψηλά. Το όνομα του, ήταν Αντώνης.
Πόσο σας δυσκόλεψε το γεγονός, ότι αποφασίσατε να δραστηριοποιηθείτε στο χώρο της υποκριτικής, μέσα σε μία εποχή, όπου έζησαν τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα ονόματα του θεάτρου, στην Ελλάδα ;
Αυτό ήταν και η ευτυχία. Βρέθηκα με σπουδαίους ανθρώπους και ήμουν πολύ τυχερός, γιατί μόνο μπορούσα, να κερδίσω πράγματα από αυτούς. Για εμένα, το θέατρο, είναι οι ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου, έξω βέβαια από τις στιγμές που έχουν σχέση με τα δύο μου παιδιά. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, ούτε αναμετρήθηκα με κανέναν, ούτε προσπάθησα ποτέ, να ξεπεράσω κανέναν. Στόχος μου ήταν, να λυτρωθώ εγώ, πάνω στη σκηνή και να είμαι ευτυχισμένος. Μάλιστα, ο Ελύτης λέει κάπου «Ο καθείς και τα όπλα του». Έτσι, για εμένα η εποχή που δραστηριοποιήθηκα στο θέατρο, ήταν μόνο ευλογία.
Ποια ήταν η πρώτη εμφάνιση σας στο θέατρο ;
Η πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1973, στο κλασσικό θέατρο Ρόδου. Εκεί γίνονταν κάποιες παραστάσεις αρχαίου δράματος, ο «Οιδίπους Τύραννος» και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Σε αυτές τις παραστάσεις, εγώ συμμετείχα στον χορό.
Αλήθεια, πως προέκυψαν και οι επόμενες συνεργασίες σας, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο ;
Μετά από αυτές τις παραστάσεις στη Ρόδο, με κάλεσε η πατρίδα, τον Οκτώβρη του 1973, να υπηρετήσω και μακροημέρευσα πολύ στο στράτευμα, καθώς πέρασαν 28 μήνες, για να απολυθώ. Τον Φλεβάρη του 1976, βρέθηκα στην Αθήνα πολίτης και πήγα στον δάσκαλο μου, τον Κατσέλη, προκείμενου, να με βοηθήσει να προχωρήσω επαγγελματικά στο θέατρο. Ο Κατσέλης και η γυναίκα του, είναι δύο άνθρωποι, που πίστεψαν πάρα πολύ σε εμένα και στις δυνατότητες μου. Τον καιρό εκείνο, γίνονταν στο θέατρο Κρήτης μια παράσταση, η «Πανώρια» του Βολτάτζη. Με διάφορες αλλαγές, που έγιναν στη διανομή, βρέθηκα από εκεί, που ήταν να κάνω έναν ιερέα με μια σελίδα κείμενο, να κάνω τον έναν, από τους δύο βασικούς αντρικούς ρόλους. Τον Ιούνιο του 1976, κάναμε πρεμιέρα στο Ρέθυμνο και όλοι σχολίασαν και εκτίμησαν τη δουλειά μου. Νοιώθω υπερήφανος, που αυτό που έκανα, το έκανα καλά, και που το αντιλαμβάνονταν.
Θεωρείτε, ότι υπήρξε κάποιο θεατρικό έργο, κάποια κινηματογραφική ταινία, η τηλεοπτική σειρά, που να στιγμάτισε, τόσο την καριέρα σας, όσο και εσάς τον ίδιο σαν άνθρωπο;
Η καριέρα μου στιγματίστηκε από την πρώτη μου παράσταση την «Πανωρια» του Βολτάτζη, η οποία ήταν ουσιαστικά η 3η , γιατί αρχικά είχα πάει στην Ρόδο. Όταν η παράσταση ανέβηκε, από την Κρήτη, όπου αρχικά παίζονταν, στον Λυκαβηττό βρέθηκα ανάμεσα σε ονόματα, που είναι η προσωποποίηση ολόκληρου του ελληνικού θεάτρου, ο Πέλος Κατσέλης, η Αλέκα Κατσέλη, ο Μάνος Κατράκης, ο Αλέξης Μινωτής και άλλοι. Μάλιστα, ο Μινωτής που ήταν διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, είπε ορισμένα ιδιαίτερα κολακευτικά πράγματα για εμένα. Έτσι λοιπόν, βρέθηκα στο Εθνικό Θέατρο και ξεκίνησα μια ακόμα σπουδαία συνεργασία. Αυτό, ήταν το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή μου και οφείλεται στον Μιχάλη τον Κούκλη, που σκηνοθέτησε το έργο. Με τι αλλαγές, που έκανε στη διανομή, ρίσκαρε, μου έδωσε την ευκαιρία και με έβγαλε στο προσκήνιο, με αποτέλεσμα να βρεθώ για 15 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο, να παίξω στην Επίδαυρο σπουδαία έργα και τελικά οτιδήποτε είμαι, σαν ηθοποιός, να το χρωστώ σε αυτή την παράσταση. Φυσικά όλα αυτά, κακά τα ψέματα, είναι και θέμα τύχης, βρέθηκα την στιγμή που έπρεπε, στο σωστό σημείο.
Κάποια στιγμή μπήκε στη ζωή σας και το επιχειρηματικό κομμάτι, καθώς ανοίξατε ένα κρητικό εστιατόριο στη Γλυφάδα; Πως πήρατε αυτή την απόφαση, δεδομένου του τεράστιου ρίσκου, που ενέχουν τέτοιες επιχειρηματικές κινήσεις.
Είμαι ένας άνθρωπος, που έχω μεράκι για κάποια πράγματα, με την Κρήτη είμαι πολύ δεμένος, έχω τρελά. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο αποφάσισα, το 2008, να φέρω την Κρήτη στην Αθήνα, ανοίγοντας ένα απολύτως κρητικό εστιατόριο. Η αλήθεια είναι, ότι είμαι υπερβολικός σε όλες μου τις εκφράσεις και εκφάνσεις, έτσι το έκανα πολύ μεγάλο, δίνοντας πάρα πολλά χρήματα. Επειδή, όμως δεν έχω καμία σχέση με το επιχειρείν και έπεσα στην εποχή των μνημονίων και της οικονομικής καταστροφής της Ελλάδας, διαλυθήκαν τα πάντα. Για εμένα δεν πτώχευσα εγώ, αλλά η Ελλάδα. Εκείνη λοιπόν την περίοδο αποφάσισα, ότι θέλω να φύγω στην Κρήτη, γιατί δεν άντεχα άλλο την πίεση. Ήταν λάθος μου, να κάνω αυτή την επιχειρηματική κίνηση, δεν είχα κανένα λόγο. Παρ’ όλα αυτά νοιώθω υπερήφανος για αυτό που έκανα, το έκανα με πολλή αγάπη.
Πως αποφασίσατε να επιστρέψετε και πάλι στην Αθήνα ;
Κάποια στιγμή κουράστηκα εκεί, δεν ήθελα να μείνω άλλο στο χωριό, ήθελα να επιστρέψω στη δουλειά μου. Ανέβηκα λοιπόν στην Αθήνα, έκανα ένα τηλεφώνημα με τον Μανώλη τον Μανουσάκη, ξεκίνησα μια θεατρική παράσταση στον Ακάδημο και από εκεί και πέρα, ξεκίνησαν και πάλι οι παραστάσεις στη ζωή μου.
Θα ήθελα να μου πείτε λίγα λόγια για τη συμμετοχή σας στο «Τατουάζ» μετά από αρκετά χρόνια αποχής από την τηλεόραση, αλλά και για τη συνεργασία σας με τον Α. Γεωργίου;
Αυτή η συνεργασία ξεκίνησε, καθώς είχα βρεθεί στην εκπομπή «The 2night show» του Γρηγόρη Αρναούτογλου. Εκεί, με βρήκε ο Κούλης Νικολάου, που είχε αναλάβει και την παραγωγή του «Τατουάζ» και με αυτό τον τρόπο, ξεκίνησε η συνεργία μας, η οποία κράτησε 2 χρόνια με αυτή τη σειρά.
Ποια είναι τα σχέδια σας για τη νέα σεζόν και οι ελπίδες σας για το μέλλον, όσον στο χώρο του θεάτρου στην Ελλάδα, αλλά και όσον αφορά την ζωή σας;
Έχω ήδη ξεκινήσει τα γυρίσματα μιας άλλης σειράς, επίσης με τον Κούλη Νικολάου στην παραγωγή, τον Ανδρέα Γεωργίου στην σκηνοθεσία και την Βάνα Δημητρίου στο σενάριο. Η σειρά αυτή ονομάζεται «Οκτώ Λέξεις» και ξεκινάει 8 Σεπτεμβρίου στον ΣΚΑΪ. Επίσης, έχω ξεκινήσει πρόβες για το θέατρο Αλάμπρα, το οποίο ξαναφτιάχνεται εκ θεμελίων και θα χωρά τουλάχιστον 400 ανθρώπους. Εκεί λοιπόν με τη Βάσια Παναγοπούλου, θα κάνουμε το «Ξενοδοχείο Παράδεισος» του
του Ζορζ Φεϊντό.
Τι σημαίνει για εσάς το θέατρο;
Το θέατρο είναι Πολιτισμός, τέχνη επικοινωνίας και μια σημαντική υπόθεση για την κοινωνία.
Ποιο είναι για εσάς το μυστικό της επιτυχίας, ενός καλού ηθοποιού;
Εάν κάποιος νοιώθει την ανάγκη, να δώσει μέσα από την ψυχή του πράγματα, που θα κάνουν άλλους ανθρώπους χαρούμενους και ευτυχισμένους, ή θα τους κάνουν να σκεφθούν περισσότερο, μπορεί να ακολουθήσει το θέατρο, γιατί το θέατρο, είναι η κατεξοχήν τέχνη της επικοινωνίας. Αν κάποιος θέλει να γίνει ηθοποιός, για να γίνει αναγνωρίσιμος ή γιατί θέλει βγάλει χρήματα, αυτά είναι πράγματα που δεν αφορούν το θέατρο, αφορούν προσωπικές συμπεριφορές, που πολλές φορές φτάνουν σε γελοιότητες. Η τηλεόραση, έχει αλλοιώσει αρκετά τα πράγματα. Αδιαμφισβήτητα, είναι ένα μέσο σπουδαίο και σημαντικό, αλλά είναι και επικίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια, η τηλεόραση έχει καλύψει τα πάντα, και γίνονται πολλά πράγματα, που δεν είναι σοβαρά. Μόνο το θέατρο μπορεί, να οικοδομήσει έναν ηθοποιό, τα χιλιόμετρα πάνω στη σκήνη, ένας λόγος, ένα κείμενο.
Για εμένα, αν στη ζωή σου θεωρείς, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο και το θέατρο, είναι το μοναδικό, που μπορείς να κάνεις, τότε να το κάνεις. Είτε αποτύχεις, είτε πέτυχες, δεν έχει καμία σημασία, έχεις δικαίωμα και στα δυο.

Published by