Η Ελληνίδα υψίφωνος με την κρυστάλλινη φωνή

(Μια συνέντευξη με την κυρία Χριστίνα Πουλίτση)

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Στον μαγικό κόσμο της μουσικής, μπήκε από την πολύ μικρή της ηλικία. Η μουσική για εκείνη, είναι κάτι αλληλένδετο, με τη γέννηση της. Έτσι λοιπόν, περιτριγυρισμένη από μελωδίες, ολοκληρώνοντας τα σχολικά της χρόνια, σπούδασε Μουσικολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει πάρει τις υποτροφίες «Μαρία Κάλλας» και «Αλεξάνδρα Τριάντη», ενώ κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό «Νίκο Ντόσταλ» στην Βιέννη. Το μάστερ της στην όπερα, πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου.

Η φωνή της, έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και κάθε φορά φροντίζει να μαγεύει το κοινό της. Βρίσκεται ανάμεσα στις καλύτερες ερμηνεύτριες -σε παγκόσμιο επίπεδο- , της «Βασίλισσας της Νύχτας» στην όπερα «Ο Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ. Τον ρόλο, τον έχει τραγουδήσει στα πιο σπουδαία θέατρα, τη Βασιλική Όπερα Λονδίνου, το Θέατρο Μπολσόι της Μόσχας, στο Παρίσι, στο Τόκυο, στο Αμβούργο, στο Βερολίνο, στη Βαρκελώνη, στο Σιάτλ, στη Σανγκάη κτλ. Είναι στενή συνεργάτιδα του διάσημου μαέστρου, και «γκουρού» της όπερας, Ζούμπιν Μέτα και Τζιαναντρέα Νοζέντα, καθώς και του Αυστραλού σκηνοθέτη Μπάρυ Κόσκι. Το 2013, έλαβε το Βραβείο της καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης Καλλιτέχνιδας, από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, τιμώμενη για την ερμηνεία της, ως «Τζίλντα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

Το πείσμα, η τόλμη, το ταλέντο, αλλά και το πάθος της για τη μουσική, δεν την απογοήτευσαν ποτέ. Αν έχει μάθει κάτι, είναι να χαμογελά πλατιά, όταν η ζωή είναι γλυκιά και όταν είναι πικρή, να μαθαίνει και όχι να λυπάται.

​​

Πότε και πως καταλάβατε το ταλέντο σας και την αγάπη σας για το τραγούδι;

Μου έβγαινε πάρα πολύ φυσικά, η έκφραση μέσω του τραγουδιού. Έχω δει βίντεο, που ήμουν πιο μικρή από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου και ήδη τραγουδούσα. Από πολύ μικρή λοιπόν γνώριζα, ότι οπωσδήποτε θα ακολουθούσα τον δρόμο της μουσικής.

Πως φύγατε για το εξωτερικό; Πάντα η αποχώρηση από την πατρίδα, τους συγγενείς και τους φίλους είναι μια δύσκολη υπόθεση, πως λοιπόν προσαρμοστήκατε στο νέο περιβάλλον;

Στον δικό μου τομέα, ανεξάρτητα από την ελληνική κρίση, το εξωτερικό είναι μονόδρομος. Η κλασσική μουσική, δεν είναι ελληνική παράδοση και το εκπαιδευτικό σύστημα, όσον αφορά τη μουσική, δεν είναι τόσο υψηλό, όσο είναι στο εξωτερικό. Επομένως, όταν κάποιος θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά, θα πρέπει να πάει κυρίως έξω, να σπουδάσει. Εγώ, ήθελα να φύγω από τα 18, αλλά οι γονείς μου, δεν με αφήσαν τότε, μου είπαν να τελειώσω ένα πτυχίο στην Ελλάδα. Έπειτα, καταφέρνοντας να πάρω την υποτροφία «Μαρία Κάλλας», πήγα στο εξωτερικό. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Από παιδί μου αρέσαν πάρα πολύ τα ταξίδια. Ήμουν πάντα ανεξάρτητη και είχα εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μου. Επομένως, το να μείνω μόνη σε μια ξένη χώρα, πιο πολύ χαρά μου προκαλούσε, παρά αγωνία και φόβο.

​​

Πως προέκυψε, η πρώτη σας παράσταση;

Στο τέλος του πρώτου έτους -από τα δύο που βρισκόμουν στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου, για το Μάστερ μου- ξεκίνησα τις ακροάσεις, για να πάρω την εμπειρία. Στην δεύτερη λοιπόν ακρόαση, μου πρότειναν ένα συμβόλαιο σε ένα μικρό θέατρο στη Δρέσδη. Έτσι αποφάσισα, παράλληλα με τις σπουδές μου, να ξεκινήσω να δουλεύω σε αυτό το θέατρο. Εκεί, δεν θα έλεγα, ότι ήταν η πρώτη μου παράσταση. Αυτή που θεωρώ, ως πρώτη και ως κομβικό σημείο, για την εξέλιξη της καριέρας μου, ήταν στην Όπερα Ζέμπερ -στην κρατική όπερα της Δρέσδης-  όπου ο Ζούμπιν Μέτα, έγραψε μία συστατική επιστολή για εμένα.

Πως συνεχίστηκε η πορεία σας και πως η μία παράσταση διαδέχτηκε την άλλη;

Εγώ είχα την τύχη να ξεκινήσω με έναν ρόλο, τον ρόλο της «Βασίλισσας της Νύχτας» από τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ, ο οποίος είναι ένας πολύ δύσκολος ρόλος και δεν υπάρχουν πολλοί στον κόσμο, που μπορούν να τον ερμηνεύουν σε επαγγελματικό επίπεδο. Επομένως, αυτός ο ρόλος από μόνος του, μου άνοιξε πολλές πόρτες. Τραγουδώντας στο ένα θέατρο, ξεκίνησαν να έρχονται οι προτάσεις και για τα υπόλοιπα. Έτσι, το όνομα μου έγινε όλο και πιο γνωστό. Φυσικά, η συνεργασία μου με τον Ζούμπιν Μέτα, υπήρξε καθοριστική, έκτοτε έχω συνεργαστεί πολλές φορές μαζί του, αλλά και η γνωριμία μου, μέσω αυτού με την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, με έφερε σε επαφή με τον Τζιαναντρέα Νοζέντα. Επομένως, μέσα από τη δουλειά σου γίνεσαι γνωστός.

Πως προέκυψε η συνεργασία σας, με τον κορυφαίο μαέστρο Ζούμπιν Μέτα;

Όταν έκανα ακρόαση για εκείνον στο Μόναχο, ενθουσιάστηκε και προσφέρθηκε, να γράψει μία συστατική επιστολή για εμένα, στην κρατική όπερα της Δρέσδης. Έκτοτε, πάντα ρωτούσε και ήθελε, να μάθει για την πρόοδο μου. Σε μία δεύτερη ακρόαση, που έκανα για εκείνον, μου προσέφερε τον ρόλο της «Τζίλντα» στο Teatro del Maggio Musicale Fiorentino, στη Φλωρεντία, υπό τη διεύθυνση του. Εκεί, μου είπε, ότι έχει κληθεί να κάνει συναυλία, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Εγώ του απάντησα, πως αυτή τη συναυλία θα πρέπει, να την κάνουμε μαζί. Εκείνη τη στιγμή δεν μου απάντησε, αλλά στα χειροκροτήματα και στην υπόκλιση της πρεμιέρας μας, μου λέει «ποιες άριες θα πεις στη συναυλία στην Αθήνα». Έτσι, κλείσαμε το ραντεβού για την επόμενη μας συνεργασία. Στην ουσία με αυτή τη συναυλία, στο Μέγαρο Μουσικής, συστήθηκα στο ελληνικό κοινό. Η συνεργασία μου, με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ιστραήλ, την οποία διευθύνει, ήταν έρωτας κεραυνοβόλος.

Τραγουδώντας τον «Μαγικό Αυλό» του Μότσαρτ, πως καταφέρνετε να συνδυάζετε όλες αυτές τις τεχνικές; Είναι καθαρά θέμα ταλέντου;

Δεν είναι αποκλειστικά θέμα ταλέντου. Η όπερα γενικώς και ειδικότερα ο συγκριμένος ρόλος, προϋποθέτει μία φυσική άνεση, αλλά χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά, για να αποκτήσει κανείς, μία πολύ γερή τεχνική. Αυτός ο ρόλος είναι πολύ τεχνικός και αθλητικός. Θα πρέπει, να είσαι πολύ συγκεντρωμένος, σε πολύ καλή φυσική κατάσταση και να έχεις γερά νεύρα, γιατί σε εκθέτει πάρα πολύ. Οφείλεις, να μένεις ήρεμος και ικανός σε κάθε περίπτωση. Είναι ένας ρόλος, που μπορεί είτε να απογειώσει μια καριέρα, είτε να την καταστρέψει. Εγώ λέω, ότι είναι ευχή και κατάρα, γιατί σου ανοίγει πάρα πολλές πόρτες, αλλά από την άλλη σου μπαίνει η ταμπέλα του ρόλου. Τον παρομοιάζω, με τον ρόλο του James Bond. Το κοινό, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί τον James Bond σε κάποια άλλη ταινία. Εγώ, έχω καταφέρει να περάσω σε νέο ρεπερτόριο και να κάνω καινούργιους ρόλους, όπως η «Τζίλντα», η «Αμίνα» που κάνω τώρα, και άλλοι.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες, που αντιμετωπίσατεκαθ΄ όλη τη διάρκεια της καριέρας σας και πως τις αντιμετωπίσατε;

Φεύγοντας για το εξωτερικό και έχοντας πάρει την υποτροφία «Μαρία Κάλλας» έπρεπε να βρω μια δασκάλα ή ένα δάσκαλο, στο εξωτερικό. Στην πρώτη μου επαφή, στη Βιέννη, η δασκάλα μου είπε «Είσαι άσχετη, είσαι άμουση, δεν έχεις κανένα ταλέντο. Επομένως, γύρνα στην Ελλάδα και γίνε γραμματέας». Στη δεύτερη προσπάθειά μου, στο Βερολίνο, όταν έδωσα εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, με έκοψαν από τον πρώτο κύκλο, λέγοντας μου «Δεν πληροίς καμία προϋπόθεση, για να κάνεις αυτό το επάγγελμα» Βέβαια, όλα συνέβησαν για καλό, καθώς βρήκα μία εξαιρετική δασκάλα στο Βερολίνο. Κατάφερα, να δώσω εξετάσεις για το Master μου και η ζωή μου απέδειξε, ότι όλες οι δυσκολίες, έχουν συμβεί για κάποιο λόγο. Τελικά, όλα με έχουν πάει ένα σκαλί πιο πάνω, από αυτό που είχα σχεδιάσει.

Πως αντιμετωπίζετε τον ανταγωνισμό στον χώρο;

Ο ανταγωνισμός είναι πάρα πολύ μεγάλος. Ειδικά στις μέρες μας, έχει αυξηθεί πάρα πολύ, με τις πάρα πολύ εύκολες μετακινήσεις. Εγώ, αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι, ότι όλοι προσπαθούμε για το ίδιο πράγμα και όλοι θέλουμε το καλύτερο δυνατό, για τον εαυτό μας. Εγώ, κοιτάω να ανταγωνίζομαι τον ίδιο μου τον εαυτό, να γίνομαι δηλαδή κάθε μέρα καλύτερη. Άλλωστε, αν κάποιος πιστεύει στον εαυτό του και στις δυνάμεις του, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Είναι πολύ πιο σημαντικό, να επενδύεις και να νοιώθεις σίγουρος για τον εαυτό σου, να κάνεις το καλύτερο δυνατό που μπορείς και από εκεί και πέρα, ο Θεός αποφασίζει.

Πως αντιμετωπίζετε τα σκληρά σχόλια;

Στο δικό μας το χώρο υπάρχει, το εξής οξύμωρο σχήμα. Από τη μία, ως καλλιτέχνης, πρέπει να είσαι πάρα πολύ ευαίσθητος, έτσι ώστε να εκφράζεις , την ευγένεια της ψυχής σου στη σκήνη. Από την άλλη, πρέπει να έχεις πολύ γερό στομάχι, γιατί είσαι στο κέντρο της κριτικής. Ο καθένας εκφράζει την άποψη του και αυτό είναι πολύ ευχάριστο, αρκεί να γίνεται με σεβασμό, ως προς τα άτομα που βρίσκονται στη σκηνή. Έχω ξεκινήσει εδώ και αρκετά χρονιά, ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης, έτσι ώστε, να γνωρίζω ποια είμαι και τι θέλω. Από εκεί και πέρα, μπορώ να διακρίνω, πότε τα σχόλια είναι κακοπροαίρετα και πότε καλοπροαίρετα. Θέλω, να χρησιμοποιώ την καλή κριτική, για να γίνομαι καλύτερη και να αποστασιοποιούμαι από την κακή κριτική, για να προστατεύσω τον εαυτό μου.

Σε δηλώσεις σας, έχετε πει «Πριν από κάποια χρόνια, άρχισα να κατανοώ, ότι όταν η ζωή είναι γλυκιά πρέπει να χαμογελάμε και όταν είναι πικρή να μαθαίνουμε και όχι να λυπούμαστε». Αλήθεια, πως καταφέρνετε, να φέρνετε σε ισορροπία το συναίσθημα της λύπης; Πως καταφέρατε, μετά από έναν αριθμό απρόσμενων απογοητεύσεων στο εξωτερικό, να επιμείνετε στα όνειρα σας και να δείξετε πίστη στο δώρο, που σας έδωσε η ζωή, στη φωνή σας;

Θυμάμαι, όταν ήμουν στο σχολείο μαθαίναμε για τους αρχαίους Αθηναίους. Είχα διαβάσει, πως οι αρχαίοι Αθηναίοι καλοδέχονταν τη λύπη. Αναρωτιόμουν, πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι άσχημο και να μην στεναχωριέσαι. Αυτή την απάντηση την πήρα, μετά από πολλά χρόνια. Είδα, ότι η ζωή μας είναι πολύ μικρή, δεν υπάρχει λόγος για να μεμψιμοιρούμε και να σκεφτόμαστε, πόσο στραβά μας πηγαίνουν τα πράγματα. Είναι σωστό, όταν τα πράγματα μας πηγαίνουν ωραία, να τα απολαμβάνουμε. Άλλωστε για αυτό το λόγο πασχίζουμε. Όμως, όταν δεν μας πηγαίνουν καλά, αντί να εστιάζουμε στα αρνητικά, καλό θα είναι να επικεντρωθούμε στη λύση. Στην ουσία, δεν υπάρχουν προβλήματα, υπάρχουν πάντα ευκαιρίες για να μάθουμε.

Τι θέλετε να προσφέρετε στον κόσμο, μέσα από το τραγούδι και τη φωνή σας;

Η μουσική έχει μία δύναμη, που θα τη ζήλευαν ακόμα και οι ηγέτες. Είναι η δύναμη, να διαπερνά την ψυχή του ανθρώπου. Θα ήθελα πολύ, να αξιοποιήσω αυτή τη δύναμη. Με το να γίνομαι εγώ, όλο και καλύτερος άνθρωπος και καταφέρνοντας να αποταυτιστώ, από τους φόβους, τα όρια και τις αδυναμίες μου, θέλω να βρεθώ στη σκηνή, παρουσιάζοντας την πραγματική μου αλήθεια και το βάθος της ψυχής μου. Θέλω να καταφέρω να μεταδώσω, μέσα από την ισχύ της μουσικής, κάτι σαν «βάλσαμο» για τις ψυχές του κοινού. Οι άνθρωποι έρχονται στο θέατρο, για να ζήσουν μια εμπειρία, να ξεχάσουν την καθημερινότητα τους,να πάρουν τροφή προς σκέψη. Ο στόχος μας, ως καλλιτέχνες, είναι να κάνουμε τον κόσμο, να δει την πραγματικότητα και τη ζωή από μία άλλη πλευρά.

Τι θα συμβουλεύατε τα παιδιά, που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ένα όνειρο σαν και το δικό σας ;

Θα τους συμβούλευα κάτι, που είχε πει ο Theodore Roosevelt (Θεόδωρος Ρούζβελτ), «Να έχεις τα μάτια σου στα αστέρια και τα πόδια σου στο πάτωμα»

Published by

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *